Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρίνα Γιάννου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρίνα Γιάννου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Η τελευταία μέρα



Κατέβηκε στη μικρή προβλήτα όπου ήταν δεμένη η βαρκούλα του. Ένα ξύλινο σκαρί βαμμένο κόκκινο και γαλάζιο. Η κόρη του είχε διαλέξει τα χρώματα όταν ήταν 7 χρονών. Είχε ζωγραφίσει και δύο καρδιές στην πρύμνη, κατακόκκινες, μια για την μαμά και μια για τον μπαμπά. Τώρα η κόρη του έλειπε για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και είχε να την δει μήνες." Ίσως έρθω το Πάσχα μπαμπά" του είπε στο τηλέφωνο και ράγισε η καρδιά του. Αυτό το "ίσως" ακούστηκε σαν αποκλείεται, ένα ίσως απλά για να μην της γκρινιάξει.
Ακούμπησε στο βρεγμένο ξύλο την τσάντα του και τα ροζιασμένα χέρια του έπιασαν τον λεπτό κάβο που συγκρατούσε την Αυγερινή να μην χαθεί στο πέλαγο. Έδωσε στη βάρκα το όνομα της γυναίκας του που χάθηκε τόσο πρόωρα. Έχει την κακιά αρρώστια έλεγε και τα μάτια του πλημμύριζαν. Τρία χρόνια βασανίστηκε η Αυγερινή και έσβησε ένα γλυκό απόγευμα στην αγκαλιά του κοιτώντας το ηλιοβασίλεμα. Η κόρη τους ήταν μόλις τεσσάρων ετών. Έμειναν οι δυο τους σ' αυτόν τον αφιλόξενο βράχο που τον λάξευαν ο αέρας και τα κύματα. Έγινε πατέρας και μάνα για το μικρό κορίτσι και πάλεψε να μην της λείψει τίποτα. "Τι έχω περάσει" μουρμούρισε και κούνησε το χέρι του μπροστά στα μάτια του σαν να προσπαθούσε να διαλύσει το σύννεφο των κακών σκέψεων.
Η Αυγερινή ήρθε κοντά στην προβλήτα και πήδηξε μέσα. Πήρε και την τσάντα του, δύο πράγματα είχε όλα κι όλα μέσα και έλυσε το σκοινί. Έβαλε μπρος τη μηχανή. Το ξύλινο σκαρί αναπήδησε και αργά ξεκίνησε να σκίζει τα νερά.
Παιδάκι ήταν την πρώτη φορά που έκανε τη διαδρομή. Είκοσι χρονώ, αμούστακο. Δεν το άντεχε το χωριό. Ούτε τη δουλειά στα χωράφια και τα ζώα, ούτε τον πατέρα του που μόλις έπινε δύο ποτήρια κρασί κοκκίνιζε ολόκληρος σαν δυναμίτης έτοιμος να εκραγεί. Αλίμονο σε όποιον ήταν κοντά σ' αυτή την έκρηξη... Να φύγει ήθελε αλλά να πάει πού; Τίποτα δεν ήξερε, το δημοτικό μόνο τελείωσε κι αυτό γιατί απείλησε ο δάσκαλος τον πατέρα του ότι θα φέρει την αστυνομία από την πόλη αν δεν στέλνει το παιδί σχολείο. Καμία τέχνη δεν ήξερε πέρα από αυτή της τσάπας, του αρότρου και του αρμέγματος. Δεν την άντεχε αυτή τη δουλειά, να σκάβεις το σκληρό χώμα κάτω από τον καυτό ήλιο και ύστερα ένα ξέσπασμα του καιρού, ένα αναπάντεχο χαλάζι και όλοι οι κόποι σου να πηγαίνουν χαμένοι. Να τους βλέπεις όλους, συμπαγείς, σαν γροθιά στις μικρές καταστροφικές μπαλιτσες πάγου.  Δεν τολμούσε να αποκαλύψει τις σκέψεις του στον πατέρα του. Πως να τολμήσει να του πει ότι θέλει να φύγει, ότι θέλει να ανοίξει φτερά, να δραπετεύσει από την ασφυκτική θηλεια αυτού του αφιλόξενου τόπου, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Το χωριό του ήταν ορεινό, το ψηλότερο από τη συστάδα των χωριών που βρίσκονταν διάσπαρτα στην οροσειρά των Αθαμανικών Ορέων. Τον μισό χρόνο καλύπτονταν από χιόνι και το κρύο ήταν τσουχτερό. Πολλές φορές διακόπτονταν κάθε επικοινωνία με τα γύρω χωριά. Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή εκεί. Δεν τον πείραζε αυτό όμως. Τον πείραζαν οι μονότονοι ρυθμοί, η επανάληψη της ίδιας μέρας ξανά και ξανά, λες κι ο χρόνος είχε σταματήσει, λες και τίποτα δεν συνέβαινε. Τα μόνα γεγονότα ήταν καμιά γέννηση ή τίποτα θάνατοι που συζητιούνται καμιά βδομάδα και μετά πάλι κενό. Πως έπεσε στα χέρια του εκείνη η εφημερίδα δεν καλοθυμόταν. Κάποιοι περαστικοί την άφησαν στο καφενείο, τώρα ποιοι ήταν και που βρέθηκαν εδώ ούτε που ήξερε. Την είχε δει πάνω στο τραπέζι και ένιωσε μια σπίθα να ανάβει μέσα του. Η εφημερίδα έγραφε τόσα πράγματα για αλλά μέρη,όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά όλου του κόσμου. Την έκρυψε κάτω από την κάπα του και έφυγε. Κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Άλλωστε η εφημερίδα ήταν άχρηστη για τους περισσότερους θαμώνες του καφενείου μιας και ήταν αναλφάβητοι. Δεν γύρισε σπίτι του. Έτρεξε στο πυκνό δάσος, στην μυστική του κρυψώνα, στην κουφάλα μιας βελανιδιάς πλάι στο ποτάμι που κυλούσε κοντά στο χωριό. Ο ήλιος θα έδυε σύντομα και το φως θα χανόταν γι' αυτό άνοιξε βιαστικά την εφημερίδα. Διάβασε για μια απεργία εργατών στην Αθήνα, για τον γάμο κάποιου επιφανούς, προφανώς, θεσσαλονικιού, για την τιμή του μπαμπακιού φέτος. Έριξε μια βιαστική ματιά στις πολιτικές ειδήσεις και η ματιά του σταμάτησε μια σελίδα πριν τις αθλητικές ειδήσεις. Υπήρχε μια αγγελία όπου το κράτος αναζητούσε φαροφύλακες. Πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις, βασικά τη μια και μοναδική, να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του. Αυτή ήταν η ευκαιρία του, η διέξοδος του. Θα είχε μισθό και στέγη. Όλα τα άλλα θα τα έβρισκε στην πορεία...
Νύχτα έφυγε από το χωριό, κρυφά, σαν κυνηγημένος. Τίποτα σε κανέναν δεν είχε πει. Θα τηλεφωνούσε στους δικούς του όταν θα βρισκόταν πολύ μακριά. Φοβόταν την οργή του πατέρα του. Ήταν ικανός να κάνει τα πάντα προκειμένου να μην φύγει ο γιος του. Περπατούσε όλη νύχτα μέχρι να φτάσει στο κεφαλοχώρι, όπου νωρίς το πρωί ξεκινούσε το λεωφορείο για τα Γιάννενα. Είχε πάρει κρυφά χρήματα από την ποδιά της μάνας του. Μόλις έπαιρνε τον πρώτο μισθό θα της τα έστελνε πίσω διπλά. Μπήκε εξαντλημένος από την κούραση και έκατσε σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο. Το ταξίδι διαρκούσε δύο ώρες και αφέθηκε σε έναν ύπνο βαθύ.
Στα Γιάννενα του πήρε αρκετή ώρα να βρει τα γραφεία της νομαρχίας. Εκεί έπρεπε να πάει έλεγε η αγγελία. Τον είχε δυσκολέψει η αίτηση αλλά ευτυχώς η υπάλληλος τον βοήθησε. "Περάστε αύριο να σας ενημερώσω, αν και σίγουρα θα προσληφθείτε. Δεν υπάρχουν πολλές αιτήσεις απ' όσο με ενημέρωσαν από την Αθήνα". Έφυγε χαρούμενος, ξαλαφρωμένος. Είχε επιτέλους την ευκαιρία που τόσο λαχταρούσε. Πέρασε όλη μέρα κάνοντας βόλτες στην πόλη και το βράδυ μην έχοντας που να μείνει κούρνιασε σε μια συστάδα δέντρων κοντά στη λίμνη. Τα υπόλοιπα έγιναν πολύ γρήγορα. Θυμόταν έντονα πόσο τον είχε πειράξει η θάλασσα την πρώτη φορά που μπήκε στη βάρκα να φτάσει στον φάρο. Αυτός ήξερε μόνο το νερό το ποταμίσιο που κύλαγε από τα ψηλά βουνά χωρίς σταματημό χαρίζοντας ζωή στο πέρασμα του. Με τα χρόνια όχι μόνο συνήθισε τη θάλασσα αλλά την αγάπησε κιόλας. Όπως αγάπησε και τον φάρο. Πάντα ασπρισμένος και καθαρός, με λουλούδια στα παρτέρια. Και στη γη γύρω έφτιαξε το μποστάνι του, όπου φύτευε εποχιακά φρούτα και λαχανικά. Χαμένος σε όλες αυτές τις αναμνήσεις έφτασε στη βραχονησίδα όπου φιλοξενούνταν όλα αυτά τα χρόνια. Έδεσε την Αυγερινή και κατέβηκε. Επιθεώρησε το μποστάνι του και πήγε απευθείας στην μικρή αυλίτσα όπου ήταν η καρέκλα του. Ήθελε να δει την ανατολή. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και αυλάκωσαν τα μάγουλα του. Το ίδιο συνέβη και κάμποσες ώρες αργότερα, την ώρα που ο ήλιος βούταγε στη θάλασσα χαρίζοντας πορτοκάλι ανταύγειες στον ορίζοντα. Κοίταξε προς τον φάρο. Είχε ανάψει αυτόματα. Οι ακτίνες έσκιζαν το μαβί του ουρανού. Ήταν ώρα πια να φύγει...

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Επιλογές



Ένιωθε τον ήλιο να του καίει το πρόσωπο. Δεν τον ένοιαζε. Είχε χαθεί προ πολλού στις σκέψεις του. Ξαπλωμένος ανάσκελα στα ζεστά βότσαλα του μικρού κολπίσκου παρατηρούσε εδώ και ώρα ένα σύννεφο που άλλαζε διαρκώς σχήματα. "Να μπορούσα και εγώ να αλλάξω τόσο εύκολα τη ζωή μου". Φανταζόταν τη ζωή του σαν έναν γιγάντιο λαβύρινθο, ενα καταπράσινο πυκνό δάσος, κι αυτός ένα μικρό ανθρωπάκι που έτρεχε γρήγορα προσπαθώντας να βρει διέξοδο. Πολλά βράδια έμενε ξάγρυπνος ψάχνοντας τον δρόμο που θα τον οδηγούσε έστω σε ένα ξέφωτο. Άλλες φορές πάλι ένιωθε να του κόβεται η ανάσα από την προσπάθεια. Μερικές φορές ο λαβύρινθος σκοτείνιαζε και έπρεπε να ψάξει να βρει το φως του, για να συνεχίσει.
"Μα τι έκανα λάθος;" αναρωτιόταν κ σκούπιζε τα μάτια του με την ανάποδη της παλάμης του.
Όποτε έφτανε σε αδιέξοδο σταματούσε και αναλογιζόταν πως έφτασε ως εκεί. Εξέταζε μία μία τις επιλογές που είχε κάνει. Πάντα του φαίνονταν σωστές και λογικές. "Μα γιατί είμαι πάλι με την πλάτη στον τοίχο;" μονολογούσε. Μάταια προσπαθούσε να βρει το λάθος του. Ένιωθε να χάνεται σε λογής απροσπέλαστα μονοπάτια. Άκουγε γύρω του φωνές να του μιλάνε. Αποπροσανατολιζόταν. Έκλεινε τα αφτιά του. Ψαχούλευε απεγνωσμένα τους τοίχους του καταραμένου αυτού λαβυρίνθου, που τον είχε καταπιεί, μπας και βρει κάποιο μυστικό πέρασμα. Ήταν σίγουρος ότι κάπου θα υπάρχει ένα που θα τον ελευθερώσει από αυτή την αέναη αναζήτηση. Καθώς το ανθρωπάκι-εαυτος του συνέχιζε να τρέχει και το σύννεφο να αλλάζει μορφές άκουσε δίπλα του κάποιον να λέει: "Δεν υπάρχουν λάθος επιλογές. Μόνο η κακή χρονική στιγμή μπορεί να ματαιώσει την επιτυχία μιας φαινομενικά ιδανικής στιγμής"...
"Πώς θα μπορούσε κάποιος να δαμάσει τον χρόνο" συλλογίστηκε και αφέθηκε στα αφρισμένα κύματα που πάλευαν να πλημμυρίσουν τον λαβύρινθό του.

Μαρίνα Γιάννου

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Σημείο μηδέν



Από μακριά η λίμνη του φαινόταν σαν παγωμένη. Πλησίασε. Δεν ήταν παγωμένη, ήταν απλά ακίνητη. "Σαν τη ζωή μου" σκέφτηκε. Σε έναν κόσμο που διαρκώς κινείται, αλλάζει, αυτός ένιωθε στάσιμος. Ίσως και να ήταν. Κοίταζε επίμονα το σημείο όπου το νερό συναντούσε τη στεριά. "Σημείο μηδέν. Η αρχή του τέλους" σκέφτηκε. "Εδώ που τελειώνει η στεριά και αρχίζει το νερό. Ή μήπως το αντίθετο; Εδώ που τελειώνει το νερό και αρχίζει η στεριά". Θυμήθηκε ένα παιχνίδι που έπαιζε μικρός στη γειτονιά του. Το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό. Χαμογέλασε. Δεν του είχαν απομείνει πολλές μνήμες, είχαν σβηστεί οι περισσότερες. Δεν ήθελε να θυμάται. "Η μνήμη είναι κατάρα, ξέχασε τα όλα, προχώρα" του έλεγαν. Κι αυτός σιγά σιγά έσβηνε όλες τις εικόνες που τον έφερναν πίσω και προσπαθούσε να τις αντικαταστήσει με νέες...  Έκατσε κάτω, άπλωσε σιγά σιγά το χέρι του. Ήθελε να αγγίξει το σημείο μηδέν. Το σημείο που κάτι αρχίζει και κάτι τελειώνει ταυτόχρονα. Και τότε ξεπήδησαν στο μυαλό του όλα αυτά τα αν που τον καταδυνάστευαν σε όλη του τη ζωή. Αν... Αν... Αν... Μάζεψε το χέρι του. " Δεν ξέρω πως είναι να ολοκληρώνεις κάτι. Εγώ όλα μισά τα αφήνω. Είμαι  άνθρωπος μισός" μουρμούρισε και ξέσπασε σε λυγμούς. Ζεστά δάκρυα κύλησαν στα παγωμένα μάγουλα του και τα σημάδεψαν, σαν τα ρυάκια που κυλάνε από τα ψηλά βουνά και γεμίζουν τούτη τη λίμνη. Μόνο που αυτά ήταν παγωμένα, τα δάκρυα του ήταν ζεστά. Όλα ήταν ακόμα ακίνητα, σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει. Σαν να ζούσε σε ένα σκηνικό. Μόνος, ανάμεσα σε χιλιάδες. Κοίταξε πάλι το σημείο μηδέν. Η αρχή του τέλους. Άπλωσε τα χέρια του ξανά. Τα γέμισε νερό και το έριξε στο πρόσωπο του. Ήταν τόσο παγωμένο που έσβησε μεμιάς τη φλόγα που είχαν ανάψει τα δάκρυα του. Ένιωσε ανακούφιση και πήρε άλλη μια χούφτα. Και τότε είδε τη λίμνη να κινείται, να ζωντανεύει, έναν απαλό κυματισμό που ταξίδευε μαλακά από την μία όχθη στην άλλη, που δημιουργήθηκε από μονάχα μια χούφτα νερό...

Μαρίνα Γιάννου

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Φύλλα


Αυτό θα ήθελα να ήμουν. Ένα φθινοπωρινό φύλλο πεσμένο μέσα σε μια λίμνη τον χειμώνα. Να διατηρώ αναλλοίωτο το έντονο καφέ μου χρώμα, να μην κιτρινίσω, μην ξεραθώ. Απλά να λικνιζομαι ήρεμα στα παγωμένα νερά περιμένοντας την επόμενη ανατολή, για να λάμψω κάτω από τις ακτίνες του ήλιου, λίγες στιγμές θέρμης, και ύστερα να αφεθώ ξανά στα χάδια του νερού και στην αιωνιότητα μιας στιγμής που μπορεί να ζήσει για πάντα σε μια εικόνα.

Μαρίνα Γιάννου

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Αντικατοπτρισμοί




Ομίχλη και σύννεφα, ένα τοπίο αλλιώτικο, μυστηριώδες, ίσως και τρομακτικό. Τα παιχνίδια των αντικατοπτρισμών δημιουργούσαν μια αίσθηση απόκοσμη. Άραγε ζουν στα αλήθεια τέρατα στις λίμνες; Και με αυτές τις σκέψεις έπιασε τα κουπιά στα χέρια του. Η μικρή ξύλινη βάρκα κινήθηκε αργά στα ήρεμα νερά της λίμνης. Έβλεπε ευθεία μπροστά του το μικρό νησί. Η απόλυτη ησυχία του πρωινού τον ταραζε. Μόνο ο ήχος των κουπιών καθώς έσπρωχναν το νερό. Μόνο ο ήχος της βαρκούλας καθώς έσκιζε το νερό. Στα μισά σταμάτησε. Έσκυψε από την βάρκα και κοίταξε τη λίμνη. Είδε τον εαυτό του, ανάμεσα στα σύννεφα και την πρωινή πάχνη, τυλιγμένο με αυτό το πέπλο μυστηρίου. Άπλωσε το χέρι του στο νερό, να πιάσει ένα κομματάκι "εγώ", να δει έστω και για μια στιγμή τον καθαριο του εαυτό. Με μιας η εικόνα του διαλύθηκε και μια αντανάκλαση θολή, τρεμόπαιξε στο νερό προσπαθώντας να ανασυνταχθεί ανάμεσα στις μικρές δίνες που ο ίδιος δημιούργησε. Έκλεισε τα μάτια, σήκωσε το κεφάλι, γέμισε με πρωινή δροσιά τους πνεύμονες του και έπιασε ξανά στα χέρια τα κουπιά. Ευθεία μπροστά από ένα μικρό κενό ηλιαχτίδες φώτιζαν τη λίμνη. Συνέχισε αργά να κωπηλατει. Ήξερε πως μόνο μέσα από το φως θα φτάσει στο δικό του νησί.
(Φώτο: λίμνη Πλαστήρα)

Μαρίνα Γιάννου
10/02/2019

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

Η νονά




Μικρή σιχαινόμουν το Πάσχα. Όχι την ημέρα της Λαμπρής, αλλά όλες τις προηγούμενες. Ο λόγος ήταν ότι δεν είχα νονά. Είχα δηλαδή, απλά με είχε ξεχάσει. Η μόνη εικόνα που έχω από τη νονά μου είναι όταν ήμουν τεσσάρων που με είχε πετύχει στο μαγαζί της μαμάς μου. Είχα ζητήσει δώρο ένα δαχτυλίδι και μου το είχε φέρει. Αυτό ήταν και το τελευταίο δώρο που πήρα. Από εκεί και ύστερα εξαφανίστηκε. Ούτε λαμπάδα, ούτε παιχνίδια, ούτε παπούτσια αλλά κυρίως ούτε νονά. Πόσο ζήλευα τα παιδιά της γειτονιάς όταν ερχόταν η νονά τους. Όχι μόνο το Πάσχα, γενικά. "Εγώ δεν έχω νονά" έλεγα και αισθανόμουν σαν να έχω 6 χέρια ή πράσινες βούλες στο πρόσωπο. Και όταν τα παιδιά με ρωτούσαν γιατί, δεν ήξερα τι να απαντήσω. "Με ξέχασε" έλεγα και ευχόμουν να εμφανιστεί ξαφνικά γεμάτη δώρα, χαμογελαστή και να φωνάξει "Είναι δυνατόν να σε ξεχάσω;". Δεν συνέβη βέβαια ποτέ κάτι τέτοιο. Οι γονείς μου έλεγαν ότι απλά βαρέθηκε, η γιαγιά μου ότι ήταν ψηλομύτα και δεν καταδεχόταν τους γονείς μου που είναι άνθρωποι ανοιχτοί και έξω καρδιά. "Τι στεναχωριέσαι, θα σου πάρω εγώ λαμπάδα" μου έλεγε η μαμά μου, αλλά εγώ δεν ήθελα τις λαμπάδες που διάλεγε η μαμά. Ήθελα να παραγγείλω στη νονά μια λαμπάδα Barbie και να την περιμένω κάποιο απόγευμα της Μεγάλης Βδομάδας και να πω στα παιδιά της γειτονιάς οτι δεν μπορώ να κατέβω για παιχνίδι, γιατί περιμένω τη νονά μου που την λένε Άννα και είναι όμορφη και μου φέρνει τα καλύτερα δώρα. Αντί όμως για όλα αυτά έπαιρνα τηλέφωνο το Μεγάλο Σάββατο τη μητέρα μου στο μαγαζί να της θυμήσω πως κανείς δεν μου έχει πάρει λαμπάδα και τι θα κρατάω στην Ανάσταση και συνήθως έβαζα τα κλάματα και η μαμά μου θύμωνε γιατί την απασχολούσα στη δουλειά και μου έκλεινε το τηλέφωνο, αφού πρώτα με κατσάδιαζε. Άλλες φορές πάλι με πήγαινε η γιαγιά Κανέλλα για λαμπάδα και μου έπαιρνε πάντα τη φτηνότερη γιατί οι άλλες, οι ακριβές, ήταν πεταμένα λεφτά και να δω την εγγονή της κυρά Ελένης που θα κρατήσει την περσινή και φέτος, ενώ εγώ είμαι αχάριστη και ζητάω συνέχεια και δεν ευχαριστιέμαι με τίποτα και να μην μιλάω γιατί και φέτος θα έχω καινούρια...
Και ερχόταν η ώρα της Ανάστασης. Και κοίταζα τις λαμπάδες των άλλων κοριτσιών και βούρκωνα. Η γιαγιά μου νόμιζε οτι με έπιανε συγκίνηση από την λειτουργία και χαιρόταν που ήμουν ένα παιδί του Θεού αλλά εγώ ούτε που άκουγα τον παπά. Έβλεπα μόνο κορδέλες, χρώματα και διακοσμητικά και φανταζόμουν πως θα ήταν η λαμπάδα που θα μου είχε φέρει η δική μου νονά αν δεν βαριόταν και αν δεν ήταν ψηλομύτα. 
Και κάπως έτσι μεγάλωσα και ποτέ δεν ξεπέρασα το κενό που μου άφησε η νονά. Και ακόμα αναρωτιέμαι γιατί στεναχωριέμαι τόσο για κάποια που δεν γνώριζα, για κάποια που πίστευε ότι οι υπέροχοι γονείς μου δεν ήταν αρκετά high για τα δεδομένα της, για κάποια που με βαρέθηκε. 
Και έτσι προσπαθούμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο κοντά στα βαφτιστήρια μας, για να μην νιώσουν ποτέ όπως εγώ, αν και κάποιες φορές οι περιστάσεις μας δυσκολεύουν. 
Και όταν έπρεπε να διαλέξω νονούς για τα παιδιά μου διάλεξα αυτούς που ξέρω πως θα τα αγαπάνε σαν δικά τους, που θα μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στην υποχρέωση όχι γιατί είναι υποχρέωση αλλά γιατί είναι ευχαρίστηση, που θα μας αγαπάνε όσο βαρετοί ή ξενέρωτοι κι αν είμαστε και θα έρχονται σπίτι μας με χαρά να δουν τα πνευματικά τους παιδιά. Κι όταν έρχονται δίνουν, πέρα από τα άπειρα δώρα, την αγάπη τους και την προσοχή τους στα παιδιά. Και μόλις κάνουν να φύγουν αυτά στέκονται μπροστά στην πόρτα και κλαίνε "μην φύγεις νονά, νονέ μείνε κι άλλο". Και κάπως έτσι καλύπτεται σιγά σιγά και το δικό μου κενό.

Μαρίνα Γιάννου
04/04/2018

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Η γιορτή


  Ευτυχία είναι να κάθομαι ξάπλα στον καναπέ, να ακούω τα παιδιά μου να παίζουν χαρούμενα και να χαϊδεύω την γάτα μου που γουργουριζει δίπλα μου...
  Ο καθένας ορίζει την ευτυχία του. Άλλοι την μετρούν με υλικά αγαθά, με χρήματα,  με στιγμές. Για κάποιους είναι δεδομένη, ενώ κάποιοι άλλοι ακόμα την ψάχνουν. Η ευτυχία είναι υποκειμενική και συνηθισμένο θέμα φιλοσοφικών συζητήσεων.
  Φέρνω στο νου μου το 2017. Δεν μπορώ να χαρακτηρίσω αν ήταν καλή ή κακή χρονιά, σχετικό θα ήταν. Κύλησε ευχάριστα, χωρίς πολλές αγωνίες και άγχη. Δεν συνέβησαν συνταρακτικά γεγονότα, ουτε κάναμε αξιοσημείωτα πράγματα. Είχαμε κάμποσες ατυχίες και άλλες τόσες αναποδιές που αντιμετωπίσαμε λέγοντας πάντα "κάθε εμπόδιο για καλό".
  Παρόλα αυτά ήταν μια χρονιά πλούσια, όχι σε χρήματα αλλά σε συναισθήματα και στιγμές. Αντιμετωπίσαμε όλες τις δυσκολίες και τις προκλήσεις, δημιουργήσαμε, πετύχαμε. Το 2017 ήταν πολύ γενναιόδωρο μαζί μας. Είμαστε καταρχήν υγιείς που κατά την γνώμη μου είναι ο πρωταρχικός παράγοντας ευτυχίας. Και επίσης είμαστε περιτριγυρισμένοι, πνιγμένοι θα έλεγα, από υπέροχους ανθρώπους, λατρεμένους συγγενείς και φίλους που είναι πραγματική ευλογία να μπορούμε να περνάμε χρόνο μαζί τους. Είμαι ευγνώμων και συνάμα νιώθω απίθανα τυχερή για αυτούς αλλά και πολύ ευχαριστημένη για όλους τους καταπληκτικούς καινούριους φίλους που ήρθαν στη ζωή της οικογένειάς μας αυτή τη χρονιά.
Βάζοντας λοιπόν τα θετικά και τα αρνητικά στη ζυγαριά, θα πω πως το 2017 ήταν μια θαυμάσια χρονιά, γεμάτη αισιοδοξία και ευτυχία, γεμάτη ωραίες παρέες και μερακλήδικες φάσεις. Μία χρονιά ζεστή και δημιουργική, που παραμειναμε ειλικρινείς και  αληθινοί, που γιναμε πιο υπομονετικοί,  πιο ανεκτικοί, πιο τρυφεροί και δοτικοί, που μας εμαθε πολλα και αναμφίβολα μας έκανε καλύτερους ανθρώπους...
  Και καθώς γράφω αυτά μου έρχεται στο μυαλό ο μοναδικός Αγγελάκας "Βάλε φωτιά σ' ό,τι σου καίει, σ' ό,τι σου τρώει την ψυχή, έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμενοι, ανοιχτοί, είν' η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή".
  Έτσι, βάζοντας φωτιά σε όλα τα άσχημα, γεμίζοντας την ψυχή αισιοδοξία και πλημμυρίζοντας κάθε κύτταρο μας με αγάπη, αναμένουμε με ανυπομονησία το 2018 για να ζήσουμε με πάθος και  ένταση αυτή  τη γιορτή κανοντας μια και μοναδική ευχή να είναι η καλύτερη χρονιά της ζωής μας.

Μαρίνα Γιάννου

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Φθινόπωρο


Το παράθυρο της κουζίνας "βλέπει" τον καταπράσινο κήπο, συγκεκριμένα τη μία από τις δύο λεμονιές. "Είναι διφορες οι λεμονιές μας" έλεγε η γιαγιά και η αλήθεια είναι πως της πήρε χρόνια να μάθει τι σημαίνει η λέξη διφορες. Σημαίνει, λοιπόν, πως δίνουν καρπούς δύο φορές τον χρόνο.
  Καθώς έπλενε τα πιάτα, μηχανικά όπως πάντα, η σκέψη της χάθηκε. Επανήλθε για λίγο, όταν αναρωτηθηκε, αν αυτό το έντονο άρωμα λεμονιού έρχεται από το απορρυπαντικό ή από το φορτωμένο καρπούς δέντρο. Κοίταξε το μπουκάλι του απορρυπαντικού, με υπέροχο άρωμα βατόμουρο, έγραφε πάνω με μαύρα καλλιγραφικά γράμματα. Σαν να ευχαριστήθηκε, χαμογέλασε και το βλέμμα της επέστρεψε στο παράθυρο και τον κήπο.
  Μαζί με τη μυρωδιά των λεμονιών μπορούσε να αισθανθεί και τη μυρωδιά της επερχόμενης βροχής. Αχ, αυτές οι φθινοπωρινές μπόρες πόσο πολύ της άρεσαν. "Ταιριάζουν με τη γενική μελαγχολία του φθινοπώρου" έλεγε. Από μικρή μελαγχολουσε με το φθινόπωρο. Η έλευση του σήμαινε την αναχώρηση της από την εξοχή, όπου περνούσε τα καλοκαίρια της. Η έναρξη του σχολείου ήταν ένα ακόμα στοιχείο που την έκανε να αντιπαθεί το φθινόπωρο. Κι ύστερα η φύση ήταν σαν μαζεύεται. Παρατηρούσε τη φιστικια να ρίχνει τα φύλλα της που είχαν πάρει μια μουντή καφέ απόχρωση, από μικρή ήταν δική της δουλειά να μαζεύει τα πεσμένα φύλλα του δέντρου...
  Η βροχή ήρθε. Απότομη, δυνατή, αναζωογονητική. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος μπλέχτηκε με αυτην των λεμονιών. Τα φύλλα του δέντρου γυαλιζαν καθώς μεγάλες σταγόνες έπεφταν πάνω τους. "Ξέπλυνε τα, καθάρισε τα" μουρμουρισε.
  Η βροχή δυνάμωσε σχεδόν αμέσως, άκουγε την ορμή της στην σκεπή. "Σαν ορχήστρα κρουστων" σκέφτηκε και χαμογέλασε.
  Καθώς το βλέμμα της αναζήτησε και πάλι το μυρωδάτο δέντρο παρατήρησε τα φύλλα του. Αστραφταν. Πολλά είχαν πάνω τους δεκάδες  σταλες βροχής που σε κάποιες περιπτώσεις σχημάτιζαν ουράνια τόξα. Και έτσι όπως τα κοίταζε σαν κάτι να αναθαρραψε μέσα της.
  Ακόμα και η χτεσινή στεναχώρια είχε ξεπλυθεί και είχε κυλήσει προς τη θάλασσα .
  Τα πρώτα φθινοπωρινά χαμόγελα ήταν εκεί, "αυτή η εποχή ισως δεν είναι τοσο μελαγχολική" σκέφτηκε. Κοίταξε ξανά το δέντρο, τα πράσινα φυλλα με τα μικρά ουράνια τόξα, τα γεμάτα καρπούς κλαδιά. Πήρε βαθιά ανάσα, οι μυρωδιές πλημμύρισαν τα πνευμόνια της. "Όλα είναι εδώ, εγώ είμαι εδώ, ακέραιη, πλήρης, με τις αισθήσεις σε εγρήγορση, πνεύμα και ψυχή καθάρια, μια καρδιά γεμάτη αγάπη και μια διάθεση γλυκά μελαγχολική, αλλά άκρως δημιουργική. Είμαι εδώ, για όλους, με όλους, χωρίς αστερίσκους και παρενθέσεις, χωρις ερωτηματικά και υποθέσεις, σαν ανοιχτό βιβλίο, λιτή, απέριττη και άκρως ειλικρινής". Άφησε τα πιάτα και βγήκε στη βροχή...

Μαρίνα Γιάννου





Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Συμπαντικές (αν) ισορροπίες.

 
 
  Η ζωή είναι άδικη, λένε, αλλά ο θάνατος είναι σίγουρα ακόμα πιο άδικος...
43, 50, 37. Τρεις αριθμοί, τρεις ηλικίες, τρεις φίλοι που έφυγαν...
 
Το σύμπαν πάντα προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες του. Τι ανισόρροπες καταστάσεις διαδραματίζονται, όπου χρειάζεται να φύγουν νέοι άνθρωποι, καλοί άνθρωποι, όπου μικρά παιδιά πρέπει να μεγαλώσουν χωρίς τους γονείς τους, όπου γονείς πρέπει να αποχαιρετήσουν τα παιδιά τους, ώστε αυτες να αποκατασταθούν;

  Η ζωή είναι άδικη και ο θάνατος δεν κάνει διακρίσεις. Υπάρχει γύρω μας, μας παρακολουθεί, ψάχνει την ευκαιρία.
 
Η ζωή είναι μικρή, για να την χαραμιζουμε σε ανούσια πράγματα.

  Η ζωή είναι πολύ ωραία και πρέπει να ρουφάμε κάθε στιγμή που τόσο απλόχερα μας χαρίζεται.

  Τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από την υγεία μας, ψυχολογική και σωματική.

  Νιώθω τυχερή, γιατί είμαι εδώ, έχω την οικογένεια μου, έχω ανθρώπους που με αγαπούν και τους αγαπώ, καλους φίλους που νιώθω σαν δεύτερη οικογένεια, έχω όλα όσα χρειάζομαι για να ζω καλά.
 
  Δεν παρεξηγώ κανέναν, δεν θυμώνω με κανέναν, δεν κρατώ κακία σε κανέναν και το ίδιο θα επιθυμούσα και από τους άλλους προς εμένα, γιατί όλα είναι θέμα τύχης. Κι αν σήμερα ήμασταν τυχεροί, δεν μπορούμε να ξέρουμε το αύριο.

Υ.Γ. Οι άνθρωποι φεύγουν πραγματικά όταν σβήνουν από την μνήμη μας, από την σκέψη μας.

Μαρίνα Γιάννου

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Αναμνήσεις...

Όταν ήμουν μικρή φανταζομουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο σαν βιβλιοθήκη γεμάτη κουτάκια. Σε κάθε κουτάκι υπάρχουν αρχειοθετημενες οι αναμνήσεις. Υπάρχει, λόγου χάρη, κουτάκι με ετικέτα "σχολείο", άλλο με ετικέτα "διακοπές" ή "φίλοι" ή "ευτυχισμένες στιγμές". Όταν μια ανάμνηση μας έρχεται στο νου, σημαίνει ότι έχει ανοίξει το αντίστοιχο κουτάκι και η ανάμνηση τρέχει ξέφρενα στη βιβλιοθήκη, μέχρι να κουραστεί και να ξαναμπεί μέσα.

Από μικρή μου άρεσε να κάθομαι, στο κρεβάτι μου κυρίως, και να σκαλίζω τη βιβλιοθήκη του μυαλού μου. Να ανακατεύω τα κουτιά των αναμνήσεων και να ζω ξανά και ξανά στιγμές που με σημάδεψαν. Ακόμα μου αρέσει να ξυπνάω τις αναμνήσεις μου, δεν το κάνω συχνά όμως, γιατί δεν έχω κενό χρόνο να σπαταλήσω...
Ούτε σήμερα είχα. Ήμουν απορροφημένη στις σκέψεις μου, τι να φορέσω στον αγιασμό, πότε θα φτιάξω τη σπανακόπιτα, τι ώρα έχει η Διώνη μπαλέτο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Η αναγνώριση κλήσεων έκανε την καρδιά μου να χτυπήσει κ αυτή μαζί. Στη βιβλιοθήκη των αναμνήσεων επικράτησε χάος. Κουτιά και κουτακια ανοιγοκλειναν σαν τρελά, τα περισσότερα από αυτά καταχωνιασμενα στην γωνία των αγαπημένων στιγμών. Παντού αναμνήσεις, δεκάδες, εκατοντάδες πες καλυτερα, αδιαχώρητο...
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι απλά περαστικοί, υπάρχουν και αυτοί οι άλλοι όμως που φεύγοντας παιρνούν ένα κομμάτι σου, ένα τόσο δα μικρακι κομματάκι, ένα απειροελάχιστο εσύ. Και όσο μακριά και αν πηγαίνουν, όσος χρόνος κι αν περάσει, όταν η μοιρα, η τύχη ή η επιθυμία τους φέρει πάλι κοντά είναι σαν να μην έχει περάσει ούτε ενα λεπτό από την τελευταία φορά που πίνατε ρακόμελα κάπου στο Θησείο, που στήνατε σκηνή στη Σίφνο, που γυρνάγατε ξημερώματα από μια μπουάτ, που βρισκοσασταν μια νύχτα στο Παγκράτι... 

Μαρίνα Γιάννου

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

Το νανόσπιτο



  Κατεβαίνοντας απο το σπίτι μου προς τη θάλασσα, λίγα μέτρα παρακάτω, στο αριστερό σου χέρι, συναντάς το νανόσπιτο της κυρίας Χαρούλας.
  Η μικρή λευκή πορτούλα βρίσκεται κάτω από μια αψίδα αναρριχητικών φυτών, μπουκαμβίλιες, γιασεμιά και κισσοί μπλεγμένοι σε περίπλοκους σχηματισμούς σε καλοδέχονται με τα αρώματα και τα χρώματά τους. Δεξιά και αριστερά ο φράχτης έχει γύρει απο το βάρος των φυτών, τα οποία στηρίζονται πάνω του. Ένα πελώριο πεύκο διακρίνεται από μακριά καθώς και τα λογής λογής λουλούδια που έχουν τυλιχτεί πάνω του. Για να μπεις πρέπει να βάλεις το χέρι σου από τη μέσα μεριά της πόρτας και να μετακινήσεις τον σύρτη που κρατάει σφαλισμένο αυτόν το μικρό παράδεισο που με τόση αγάπη η ιδιοκτήτριά του έχει δημιουργήσει...
  Ένα μικρό κατάλευκο από τον ασβέστη μονοπατάκι σε καλοδέχεται για να σε οδηγήσει βαθύτερα στον κήπο. Το φως του ήλιου είναι λιγοστό, καθώς η πλούσια βλάστηση δεν αφήνει πολλά περιθώρια στις παιχνιδιάρικες αχτίνες να ξεγλιστρίσουν εδώ κάτω. Κοιτώντας τα παρτέρια, μπορείς να πεις οτι κοιτάς την παλέτα ζωγράφου. Είναι εντυπωσιακό πόσο μεγάλη γκάμα αποχρώσεων καλύπτουν τα άνθη των λουλουδιών. Οι μυρωδιές τους, μπλεγμένες με αυτές του ξυλόφουρνου, σε ζαλίζουν, σε μεθούν. Στα δεξιά είναι το μικρό κοτέτσι με τις όμορφες καμαρωτές πουλάδες, που με τόση περηφάνεια η κυρία Χαρούλα επιδεικνύει σε όποιον την επισκέπτεται. Πέρυσι είχε δέκα κότες, όμως κάποια πεινασμένα σκυλιά μπήκαν και τις έφαγαν. Κατάφερε φέτος να πάρει μόνο έξι και πολύ στεναχωρημένη είναι που δεν μπορεί να δίνει φρέσκα αβγά όχι μόνο για τα παιδάκια της γειτονιάς αλλά και για τους μεγάλους. Γάτες, μικρές και μεγάλες, σουλατσάρουν ή κοιμούνται σε κάθε γωνιά του κήπου Στο τέλος του μονοπατιού είναι το μικρό σπιτάκι, το νανόσπιτο. Ετσι το έλεγα απο μικρή και στο μυαλό μου είχα την κυρία Χαρούλα σαν την Χιονάτη και κάθε φορά που πήγαινα έψαχνα τριγύρω μπας και ξετρυπώσω κανέναν νάνο.
  Το νανόσπιτο, λοιπόν, είναι μικρό, φτωχικό, η σκεπή μπάζει νερά, οι τοίχοι είναι γεμάτοι υγρασία, τα παράθυρα καλύπτονται απο μουσαμάδες και σε πολλά σημεία είναι καρφωμένα κομμάτια από ξύλα που κάποιοι άλλοι πέταξαν. Μια μικρή ξυλόσομπα στην μέση του δωματίου είναι η μόνη πηγή θέρμανσης. Στο βάθος φαίνεται η κουζίνα, ένα πετρογκάζ, ένα παμπάλαιο ψυγείο και κάτι λίγα κατσαρολικά είναι τα μόνα αντικείμενα...

Η κυρία Χαρούλα είναι μια φτωχή γυναίκα, μία πραγματικά πάρα πολύ φτωχή γυναίκα. Ζει με την μικρή σύνταξη που της άφησε ο άντρας της, ο οποίος πέθανε πολύ παλιά, τόσο παλιά που ούτε καν τον θυμάμαι. Ποτίζει και κήπους στη γειτονιά για να βοηθάει όσο μπορεί την κόρη της και τα τέσσερα εγγονάκια της. Η κυρία Χαρούλα όμως είναι πιο πλούσια από όλους μαζί τους πλούσιους ολάκερης της Γης. Η κυρία Χαρούλα είναι ένας άνθρωπος γεμάτος καλοσύνη και αγάπη για κάθε τι ζωντανό αυτής της πλάσης. Κάθε πρωί παίρνει το καροτσάκι της και ανεβαίνει τον δρόμο για τα ψώνια της μέρας. Στο ένα χέρι κρατάει μια σακούλα ξηρά τροφή και σε κάθε γωνία βάζει φαγητό για τις γατούλες της γειτονιάς. Στο άλλο χέρι κρατάει σακουλάκια με αβγά, ένα για κάθε παιδάκι της γειτονιάς και τα κρεμάει στις πόρτες τους. Έτσι κάθε μέρα τρώμε φρέσκα σπιτικά αβγουλάκια. Αφού τελειώσει τα ψώνια της, γυρνάει σπίτι και ασχολείται με τα λουλούδια της. Έχει αυτό το χάρισμα, που λίγοι άνθρωποι κατέχουν. Ότι φυτέψει, ακόμα και ξερό να είναι, ριζώνει, θεριεύει, ανθίζει. "Χρυσά είναι τα χεράκια σου" της έλεγα όταν μάζεψα τους πρώτες ζουμερούς, πεντανόστιμους καρπούς από τις ντοματιές που μου φύτεψε. "Μαρίνα μου, τα αγαπάω πολύ" μου έλεγε και τα μάτια της έλαμπαν.
  Στα πόδια της τρίβονται ακόμα και οι πιο άγριες γάτες της γειτονιάς, μάλλον από ευγνωμοσύνη για την αγάπη της. Δεν είναι μόνο που τις ταΐζει δυο φορές τη μέρα, τους μιλάει, τις αφήνει να ξαπλώσουν στα πεζούλια της αυλής της, τις φροντίζει και οι γάτες σαν να νιώθουν όλη αυτή την αγάπη και την ευχαριστούν με τον δικό τους τρόπο.
  Η κυρία Χαρούλα δεν είναι σχεδόν ποτέ μόνη. Πάντα θα βρεις κάποιον να κάθεται στο μικρό στρογγυλό τραπεζάκι της αυλής της. Όλοι την αγαπούν, όλοι θέλουν να την βοηθήσουν και κυρίως όλοι αυτοί που η ίδια έχει βοηθήσει παλιότερα. Δεν έκλεισε ποτέ την πόρτα της σε κανέναν, δεν κοίταξε θρησκεία, καταγωγή, χρώμα. Όλοι ήταν καλοδεχούμενοι στο μικρό της νανόσπιτο. Πάντα υπήρχε ένα πιάτο φαγητό και μια καλή κουβέντα για κάθε λογής κατατρεγμένο. "'Ανθρωποι είναι όλοι και εγω ανθρώπους πεινασμένους στη γειτονιά μου δεν θέλω" ήταν η απάντηση της σε κάποιον γείτονα που της έκανε παρατήρηση...

  Την κυρία Χαρούλα την ξέρω όλη μου την ζωή, την αγαπώ σαν δικό μου άνθρωπο και όσο μεγαλώνω την θαυμάζω και περισσότερο. Θαυμάζω την ομορφιά της ψυχής της, τη χρυσή της καρδιά, τα αποθέματα αγάπης που έχει. Θαυμάζω το ότι δεν παραπονιέται ποτέ για όλα αυτά που δεν έχει αλλά είναι ευτυχισμένη για όλα αυτά που έχει. Και κάθε λεπτό που περνάω κοντά της με κάνει πιο καλό, πιο όμορφο άνθρωπο...

Μαρίνα Γιάννου    

Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

Το Λιμανάκι

Το σπίτι μου βρίσκεται στο μεσο της οδού, απόσταση λιγότερη από 300 μέτρα από τη θάλασσα. Χρειάζομαι λιγότερο από πέντε λεπτά για να φτάσω στην παραλία αλλά συνήθως μου παίρνει δεκαπέντε. Κάθε πόρτα και μια καλημέρα, αλλού θα πω λίγες κουβέντες παραπάνω, χαμόγελα, σχόλια για τον καιρό, κανένα φρέσκο κουτσομπολιό και τελικά φτάνω. Απέναντι βλέπω την νότια Εύβοια και πιο δεξιά στο βάθος διακρίνεις Άνδρο και Τζια. "Είμαστε στο ανοιχτό πέλαγος για αυτό είναι καθαρά τα νερά μας" λέγανε από παλιά οι μεγαλύτεροι...
Στο τέλος του δρόμου μου λοιπόν, λιγάκι αριστερά, βρίσκεται το Λιμανάκι. Ένας μικρός κολπίσκος με βότσαλα περιτριγυρισμενος από άγρια βράχια, τα δεξιά και τα αριστερά βραχακια λέγαμε όταν ήμασταν πιτσιρίκια. Το Λιμανάκι δεν έχει καμία σπάνια ομορφιά, ένα μικρό μωλο εχει στη μέση και τίποτα άλλο. Δεν έχει καντίνα, ξαπλώστρες ή ομπρέλες. Όποιος θέλει τέτοιες ανέσεις πρέπει να κουβαλήσει τα δικά του. Αν ανέβεις στον μεγάλο βράχο αριστερά καταλαβαίνεις από που πήρε το όνομα του. Οι δέστρες πάνω στα βράχια και η μικρή γλίστρα μαρτυρούν ότι αυτό το σημείο χρησιμοποιείται για λιμανάκι. Παλιά, όχι τώρα. Τώρα δεν έχει βαρκούλες. Όταν ήμουν μικρή, γιατί εγώ εδώ, στο Λιμανάκι μεγάλωσα, ήταν πάντα η κόκκινη βαρκούλα που λεγόταν Λιάνα και η ασπροπρασινη που λεγόταν Αντζυ-Μαιρη. Σκαρφαλωναμε, μπαίναμε μέσα και παίζαμε τους πειρατές, τους ψαράδες, τους ναυτικούς. Άλλες φορές κουναγαμε τις βάρκες σαν να έχει θαλασσοταραχή και από καπεταναίοι γινόμασταν ναυαγοί...
Εγώ, λοιπόν, άλλη θάλασσα δεν γνώρισα ως παιδί πέρα από το Λιμανάκι. Βρεφακι έκανα το πρώτο μου μπάνιο εδώ. Δεν είχα κλείσει τα τέσσερα όταν ανακάλυψα πως μπορώ να κολυμπάω χωρίς μπρατσακια και αμέσως πήγα να βρω τη γιαγιά που κολυμπούσε στα ανοιχτά. Και ύστερα το Λιμανάκι απέκτησε ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον καθώς άρχισα να κάνω βουτιές από τον μώλο. Και όσο μεγάλωνα εξελισσομουν σε δεινή κολυμβήτρια και άριστη καταδυτρια. Έκανα τις καλύτερες βουτιές, μπόμπες, με το κεφάλι, περιστροφές, τούμπες στον αέρα... Μου άρεσε πολύ να κολυμπάω όμως και τότε ήρθε το δώρο, μάσκα, αναπνευστηρας και βατραχοπεδιλα. Ένας νέος κόσμος ήταν εκεί για μένα. Ατελείωτες ώρες μουλιαζα στο νερό εξερευνώντας το βυθό. Ψάρια, κοχύλια, αχινοί, χελώνες χταπόδια, σφουγγάρια τόσο εντυπωσιακά όλα...
Μεγάλωσα, έκανα πολλά χρόνια να πάω στο Λιμανάκι. Μα όταν πήγα ήταν όλα εκεί, ο μωλος, τα βραχακια, οι παλιοί φίλοι, τόσο γνώριμα όλα, τόσο οικεία, τόσο δικά μου. Ξαναγινα το καταμαυρο αδύνατο κοριτσάκι με τα μπλεγμένα μαλλιά και τα μελανιασμενα χείλη που έτρεμε από το κρύο αλλά δεν έλεγε να βγει. Ένιωσα πραγματικά ο εαυτός μου. Έκατσα στα βότσαλα, κοίταξα τα καβουράκια στο κουβαδάκι της κόρης μου, θυμήθηκα το δικό μου πράσινο κουβαδάκι, θυμήθηκα την μπλε πετσέτα με τους γαλάζιους κύκλους που έστρωνα κάτω και καθόλου δεν με πείραζε τότε, τώρα στρώνω μια πολύχρωμη. Ξέρω κάθε γωνιτσα, κάθε βραχάκι, κάθε βότσαλο, ξέρω τα ρεύματα, τις κρυψώνες των χταπόδιων, που να πατήσεις για να ανέβεις στα βράχια, που να βουτήξεις... Θα μπορούσε να είναι η αυλή του σπιτιού μου....
Και όταν βλέπω τις μεγάλες κυρίες που έρχονται καθημερινά σκέφτομαι πως τις ξέρω από πάντα, εδώ τις βρήκα... "Έτσι θα 'μαστε και εμείς" λέω στη φιλενάδα μου και σκάμε στα γέλια.
Ένα μέρος είναι υπέροχο όχι μόνο λόγω του φυσικού του κάλλους αλλά και λόγω των υπέροχων στιγμών που τόσο απλόχερα σου πρόσφερε.

Μαρίνα Γιάννου

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

Αποξηραμένα συκα

Τα σύκα είναι γνωστά από την αρχαιότητα και φαίνεται ότι πρωτοκαλλιεργήθηκαν στην Αίγυπτο από όπου μεταφέρθηκαν στην Κρήτη και την υπόλοιπη Ελλάδα, γύρω στο 1500 π.Χ. H θρεπτική τους αξία είχε αναγνωριστεί από τους αρχαίους Έλληνες, αιώνες πριν από την επιστημονική κοινότητα, καθώς οι αθλητές των Ολυμπιακών Αγώνων κατανάλωναν πριν τα αγωνίσματα φρέσκα, αλλά και ξηρά σύκα.

Τα σύκα αποτελούν την καλύτερη φυτική πηγή ασβεστίου και φυτικών ινών. O Αμερικανικός Σύλλογος Διατροφής έχει καθορίσει ότι το αποξηραμένο σύκο είναι πλουσιότερο σε φυτικές ίνες, βιταμίνη Κ, χαλκό, μαγγάνιο, κάλιο, μαγνήσιο και ασβέστιο σε σχέση με τις ανθρώπινες ανάγκες.
Περιέχουν φυσικά και πολλά άλλα θρεπτικά συστατικά σε μικρότερες ποσότητες. Από αυτά ξεχωρίζουν τα αντιoξειδωτικά συστατικά, η βιταμίνη C, τα φλαβονοειδή και οι πολυφαινόλες. Συνεπώς τα σύκα είναι πασίγνωστα για τις υπακτικές και τις αντιοξειδωτικές τους ιδιότητες. Τέλος, ο σίδηρος, ο φώσφορος και το φυλλικό οξύ μπορούν να προσληφθούν από τα σύκα σε ικανοποιητικές ποσότητες

Φυσικά όλα αυτά τα αγνοούσα όταν τα καυτά μεσημέρια του Ιουλίου καθόμουν κάτω από τον ίσκιο της συκιάς μας και μίλαγα στους νόστιμους καρπούς. "Άντε συκαλακια μου γλυκά, να σας κάνω μια χαψια". Και όταν η φλούδα τους έπαιρνε αυτό το υπέροχο μοβ χρώμα, τότε καταλάβαινα πως είναι έτοιμα. "Γιαγιά γίνανε τα σύκα" φώναζα όλο χαρά και έδινα το σύνθημα σε όλη τη γειτονιά να ξεκινήσουμε τα μαζεματα. Τα χαμηλά εύκολα τα μαζεύαμε, για τα ψηλότερα όμως η γιαγιά επιστρατευε εμένα. Μικροκαμωμένη, ευλύγιστη και ευκίνητη σκαρφαλωνα καθημερινά με επιδεξιότητα στα κλαδιά του ψηλού δέντρου και γέμιζα σακούλες με τους μελενιους καρπους. "Κοίτα το κάθαρμα πώς ανεβαίνει έλεγε η θεία μου που έμενε δίπλα και με ζητούσε δανεική να μαζέψω και τα δικά της ψηλά. Τελικά πήγαινα σε τουλάχιστον 5-6 σπίτια καθημερινά. "Καθάρισε τα όλα Μαρινακι" και όταν κατέβαζα τις φορτωμένες τσάντες οι ιδιοκτήτες των δέντρων χαμογελούσαν ευχαριστημένοι. "Αύριο πάλι σε περιμένουμε" έλεγαν και με φιλευαν τάπερ και σακουλάκια γεμάτα σύκα. "Αυτά να φας, είναι καλύτερα από της γιαγιάς σου, πιο γλυκά, να πάρεις και κανένα δράμι, φτερό στον άνεμο εισαι". Και εγώ επεστρεφα στη γιαγιά μου με την πληρωμή μου που πολύ την ευχαριστιόταν και με μπουκωνε αυστηρά με τα δικά μας σύκα που φυσικά ήταν τα καλύτερα του γαλαξία γιατί μόνο αυτή περιποιόταν τη συκιά τόσο καλά, ηξερε από το χωριό της, ενώ όλοι οι αλλοι γειτονοι ζούσαν στην άγνοια.
Υποχρεωτικά τρώγαμε τουλαχιστον 6 σύκα τη μέρα, 2 πριν το πρωινό μπάνιο, 2 μετά το μεσημεριανό φαγητό και 2 πριν το απογευματινό μπάνιο, για να έχουμε ενεργεια. "Άνοιγε το μην έχει σκουλήκια" έλεγε και μόλις έβλεπε το ζωηρό κόκκινο χρώμα της σάρκας του φρούτου χαμογελούσε ικανοποιημένη "Σαν διαμάντι, μέλι, μέλι, τα δικά μας τα σύκα είναι τα καλύτερα". Όποιος ήθελε επιπλέον, μπορούσε να φάει ελεύθερα, κάτι που δεν ίσχυε με το καρπούζι ή το πεπόνι, μάλλον επειδή τα αγόραζε.
Στο τέλος της βδομάδας χωρίζαμε τα σύκα σε 3 κατηγορίες. Αυτά που τρώγονταν, τα πιο μεγάλα παραγινωμενα που θα γίνονταν μαρμελάδα και τα πιο μικρά παραγινωμενα που θα τα ξεραιναμε στον ήλιο. "Να βγάλουμε το χειμώνα μας" έλεγε, σαμπως τα σύκα ήταν το μυστικό φάρμακο της μακροζωίας.
Μαρμελάδα όλοι φτιάχνανε, αποξηραμένα σύκα μόνο η γιαγιά μου τα πετύχαινε. "Όλη μου τη ζωή ξεραινω σύκα, τόσα μυστικά που ξέρω που να με φτάσουν αυτές εδώ" έλεγε υποτιμητικά για τις γειτόνισσες που θαύμαζαν τις αρμαθιές με τα σύκα μας.
Πρώτα πρώτα βραζαμε νερό με χυμό λεμονιού και ζεματιζαμε 3 λεπτά τα σύκα. "Άμα δεν τα ζεματισεις δεν αποστειρωνονται και γεμίζουν σκουληκι" έλεγε και αναρωτιέμαι αν ακόμα και τώρα έχει ιδέα τι είναι η αποστείρωση. Στη συνέχεια τα απλώναμε σε δίσκους με απορροφητικά πανιά "να τραβήξουν τα πολλά ζουμια". (Τώρα απλώνω χαρτί κουζίνας, βαριέμαι να πλένω τα πανιά). Μία ώρα κράταγε το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας και εμείς τότε ετοιμάζαμε τα ταψιά. Τα πλεναμε και τα απολυμαιναμε με ξίδι. Τα σκουπιζαμε και στη συνέχεια τα αφήναμε στον ήλιο να σκοτωθούν και τα τελευταία μικρόβια.
Ύστερα απλωναμε μέσα τα σύκα σε κυκλική φορά και σκεπαζαμε τα ταψιά με τούλια, που ευλαβικά φύλαγε η γιαγιά μου από μπομπονιέρες γάμων και βαπτίσεων, τα οποία τεντωναμε καλά και στηρίζαμε με μανταλάκια. Απο εδώ και πέρα αναλάμβανα εγώ δουλειά. Κάθε μέρα, δύο φορες, μία πριν το πρωινό μπάνιο και μια πριν το απογευματινό, γύριζα τα σύκα. Το βράδυ έπρεπε να φέρνω τα ταψιά μέσα στο σπίτι για να μην "υγρασιστουν και πάει τζάμπα η μέρα". Την τρίτη μέρα έπλενα τα ταψιά και ξανατοποθετουσα μέσα τα σύκα που ήδη είχαν αφυδατωθεί αρκετά. Την έβδομη μέρα ήταν έτοιμα, έπλενα τα ταψιά για τα νεα σύκα της εβδομάδας. Η γιαγιά μου τα έκανε αρμαθιές και τα κρεμαγε στο ταβάνι της αποθήκης για μερικές μέρες. Κατόπιν αποστειρωναμε βάζα, τοποθετούσαμε στον πάτο φύλλα δάφνης, που διώχνει τα ζουζούνια, για αυτό και συχνά σφουγγαριζε με δαφνονερο, μια σειρά σύκα, φύλλα δάφνης, σύκα και ούτω καθεξής μέχρι να γεμίσει το βάζο. Πολλά βάζα τα δώριζε στις γειτόνισσες, για να τις ευχαριστήσει ή και για να τους μπει λιγακι στο μάτι. Σαν μωρό η γιαγιά μου τρελαινόταν να την επιβραβεύουν για τα κατορθώματα της.
Δυστυχώς η συκιά μας γερασε και σταμάτησε να δίνει μελενιους καρπούς, μόνο κάτι ρυτιδιασμενα ανοστα σύκα με μαυρισμένη σάρκα που καθόλου δεν έμοιαζε με διαμάντι, πολλα απο αυτα σκουλήκιασμένα. "Παλιογρια, τεμπελιαζεις. Εμένα να κοιτάς που στα 85 μου δεν σταματάω" είπε η γιαγιά και την έκοψε από την ρίζα.

Η γειτόνισσα μου φέρνει καθημερινά σύκα. Τρώω πολλά, 6 κάθε μέρα, λες και δεν θέλω να χαλάσω τις παραδόσεις του σπιτιού. Αυτά που έμειναν αποφάσισα να τα ξερανω. Πάνε 20 χρόνια από την τελευταία φορά... Και όταν ετοιμαστούν τα βάζα, ένα από αυτά θα πάει στην γιαγιά, στα 90 της πια χρόνια σαν να την ακούω. "Τώρα είμαι εγώ η παλιογρια, αλλά σου φυτεψα άλλη συκιά που μεγαλώνει γρήγορα και θα έχεις τα πιο νόστιμα σύκα από όλους" Και όταν δοκιμάσει σίγουρα κάτι θα βρει να μου πει, κάποιο λάθος ή παραλειψη, κι ας ξέρει μέσα της πως είναι ακριβώς ίδια με τα δικά της νόστιμα αποξηραμένα σύκα...

Μαρίνα Γιάννου

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Η κυρά Καλή, η κυρά Κακή και οι 12 μήνες


  Ειναι φορές που θέλω να κλάψω. Εκείνες τις φορές που με πιάνω να κάνω κακές σκέψεις. Έχει τύχει να με τυφλωσουν, να νιωθω πως μου φταίνε οι άλλοι, να τους μισώ, να τους ζηλεύω... 
   Και ξαφνικά ξυπνάω σαν σε όνειρο και τσουπ τρυπώνουν στο μυαλό μου οι στίχοι του ποιητή "Ενα στιλέτο έχω μικρό στην ζώνη μου σφιγμένο, που η ιδιοτροπία μ' έκανε και το 'κανα δικό μου. Μα αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, φοβάμαι μην καμία φορά το στρέψω στον εαυτό μου"... Και αρχίζω και ψάχνω απεγνωσμένα κάποιον να μισώ... Δεν μπορεί, κάποιος θα υπάρχει... Πάντα συγχωρώ ή απλά προσπερνω... "Το καλό πάντα νικάει" σκέφτομαι και σφίγγω το "στιλέτο" μου στο χέρι...
    Η αιώνια μάχη του καλού με το κακό. Μία μάχη που υπάρχει παντού και κυρίως μέσα σε κάθε άνθρωπο. Κάθε άνθρωπος, όμως, έχει κάτι καλό να προσφέρει. Αυτή η εσωτερική σύγκρουση για το σωστό και το λάθος, για το πρέπον και το μη πρέπον. "Το καλό νικάει πάντα" σκέφτομαι ξανά και μου 'ρχονται τουλάχιστον 15 παραδείγματα που αναμφισβήτητα νίκησε το κακό και αυτόματα ξενερώνω. Και πάντα σε αυτό το σημείο σκέφτομαι τον Αλχημιστή του Coehlo και τις συνωμοσίες του σύμπαντος για την πραγματοποίηση των βαθύτερων επιθυμιών μας και σκέφτομαι πόσο πολύ θα ήθελα μια οικιακή βοηθό και αμέσως γελάω και φαντάζομαι μία ουρανοκατέβατη οικιακή βοηθό να προσγειώνεται στο σαλόνι και να τρέχει γύρω γύρω μαζεύοντας όλο χαρά παιχνίδια, ρούχα και παπούτσια. "Ατιμε Coehlo, πάλι δίκιο είχες", μουρμουράω χαμογελώντας. "Στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Αν δεν πάνε καλά, δεν είναι το τέλος."
   Πάντα όταν κάνω τέτοιες σκέψεις, διαβάζω στους μαθητές μου το παραμύθι με την κυρά Καλή, την κυρά Κακη και τους 12 μήνες. Και επειδή δεν έχω μαθητές τώρα, τα γράφω εδώ. Η καλοσύνη εμπνέεται, ριζώνει στις καρδιές, στις ψυχές των ανθρώπων, φωλιάζει μέσα σε αγκαλιές και τρυφερές κουβέντες, καλλιεργείται σε ενδόμυχες σκέψεις, συγκλίνει και τελικά εκτοξεύεται στα μήκη και στα πλάτη της σφαίρας επιρροής του καθενός μας πλημμυρίζοντας θετική ενέργεια την ύπαρξη τη δικη μας και τις γυρω μας. Το καλό άλλωστε νικάει πάντα!

Μαρίνα Γιάννου
27/06/2017

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Αν δεν έχεις κάτι καλό να πεις, καλύτερα να μην πεις τίποτα.


  Αφήνω τα παιδιά σχολείο και ξεκινάω για τη δική μου δουλειά. Κάθε πρωί η ίδια διαδρομή, οι ίδιες κινήσεις, μηχανικές πια. Μπαίνω στο αυτοκίνητο, βάζω ζώνη, γυρίζω τη μίζα, ανοίγω ράδιο, δυναμώνω φωνή και ξεκινάω. Είναι τα δικά μου 15 λεπτά. Αυτά που κανείς δεν μου μιλάει, που μπορώ να τραγουδήσω χωρίς σχόλια για το πόσο φάλτσα είμαι, που μπορώ να χτυπάω ρυθμικά τα δάχτυλα στο τίμονι σε άσχετο ρυθμό από αυτόν της μουσικής, που σκέφτομαι διάφορες βλάκειες. Καμιά φορά μιλάω και μόνη μου και μετά γελάω και σκέφτομαι ότι η τρέλα δεν πάει στα βουνά... 



  Η ίδια ιεροτελεστεία και σήμερα. Γιατί άλλωστε να την αλλάξω; Οι άνθρωποι αγαπάμε τη συνήθεια, τη ρουτίνα, μας κάνει να αισθανόμαστε ασφαλείς. Αφήνω παιδιά, επιστρέφω στο αμάξι, ζώνη, μίζα, ράδιο, φωνή. Πέφτω σε διαφήμιση. Πόσο με εκνευρίζουν οι διαφημίσεις. Ευτυχώς είναι σύντομη, μόλις που έχω στρίψει στον κεντρικό. "Έχω σχεδόν 12 λεπτά, να απολαύσω τη μουσική μου" σκέφτομαι σταματημένη στο φανάρι. Είναι απο αυτά τα φανάρια με το κουμπί για τους πεζούς. Μια γιαγιά περνάει, περπατάει πολύ αργά, ανάβει πράσινο, η γιαγιά δεν έχει φτάσει στο πεζοδρόμιο, με κοιτάει σαν ένοχη, της χαμογελάω και της κάνω νόημα να περάσει. Ο πίσω κορνάρει. "Το δεύετρο αυτοκίνητο έχει συνδεδεμένη την κόρνα με το φανάρι δεν εξηγείται αλλιώς" λέω μόνη μου και γελάω. Εντωμεταξύ η γιαγιά έχει περάσει και ο εκφωνητής στο ράδιο έχει αναγγείλει το επόμενο τραγούδι. "Καινούρια ζάλη, από τον Γιάννη Αγγελάκα, μπλα, μπλα, μπλα". "Τελείωνε χρυσέ μου, να ακούσουμε το τραγούδι" λέω πάλι δυνατά, λες και υπάρχει περίπτωση να με ακούσει και να σταματήσει να μιλάει. Η αλήθεια είναι πως σταμάτησε, οπότε μπορεί και να με άκουσε. 

  Πόσο μου αρέσει ο Αγγελάκας. Τραγουδάω μαζί του. "Πω πω βρε Γιάννη, είμαι εγώ φαλτσαδούρα αλλά και εσύ δεν πας πίσω" 

"...Θέλεις ξανά ν’ αποτελειώσεις μοναχός
Ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
Κάτω απ’ τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
Μες τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι"

Και σκέφτομαι όλα τα ταξίδια που έχω κάνει, αλλά και όλα αυτά που ονειρεύομαι να κάνω, δρόμους, πλοία, τρένα, αεροδρόμια, εισιτήρια, βαλίτσες... Και με πιάνει μια στιγμιαία μελαγχολία γιατί έχω καιρό να κάνω ταξίδι, γιατί έχουμε πήξει στη δουλειά, γιατί κάποιες φορές βαριέμαι να κουνηθώ... Και πριν προλάβω να ξεμελαγχολήσω τελειώνουν τα σόλο της κιθάρας και ο Αγγελάκας συνεχιζει το τραγούδι...

"...Ποιες λέξεις μέσα σου σαπίζουν και δε θέλουν να βγουν
Ποια ελπίδα σ’ οδηγεί στην πιο γλυκιά αυταπάτη
Ποια θλίψη σε κλωτσάει πιο μακριά από παντού
Πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι"

Πόσες φορές έχω ακούσει αυτό το τραγούδω, δεν μπορώ να μετρήσω, αλλά αν υπολογίσω ότι κυκλοφόρησε το 1996, 21 χρόνια πριν, πρέπει να είναι μερικές χιλιάδες φορές. Εδώ ξέρω και όλους τους στίχους απ' έξω και ας είναι μπερδεμένοι. Αυτόν τον πρώτο στίχο όμως ποτέ δεν τον είχα προσέξει: Ποιες λέξεις μέσα σου σαπίζουν και δεν θέλουν να βγουν...

Φανάρι. Δεν ακούω πια τίποτε άλλο, μόνο τον στίχο, χτυπάει στο κεφάλι μου. Νιώθω ότι θα εκραγώ, νιώθω έναν χείμαρρο μέσα μου, λέξεις, λέξεις που σαπίζουν γιατί δεν θέλουν να βγουν. Πόσες λέξεις έχω κρατήσει μέσα μου; Πόσες φορές ήθελα να μιλήσω αλλά δεν το έκανα, γιατί δίστασα, γιατί φοβήθηκα, γιατί βαρέθηκα, γιατί δεν ήθελα να δημιουργήσω ένταση, γιατί κάποιος θα πληγωνόταν, γιατί, γιατί, γιατί...

  Και να τώρα αυτές οι λέξεις που αιωρούνται μέσα μου, σπρώχνονται, ψάχνουν διέξοδο... Αναπνέω βαθιά...
"Αμάν ρε Αγγελάκα πρωί-πρωί, ζημιά μας έκανες, πω πω τι μου ήρθαν τώρα όλα αυτά στο μυαλό;" Και λέξεις αρχίζουν να ξεχύνονται. Μουρμουράω μόνη μου διάφορα, που τα θυμήθηκα όλα αυτά ούτε που ξέρω... "Πω πω Μαρίνα, ολόκληρη συζήτηση έπιασες μόνη σου, πάει το 'χασα και εγώ, αλλα τι φταίω, ο Αγγελάκας φταίει" Και μ' αυτά και με 'κεινα φτάνω σχολείο...

Χαμογελαστή, χαιρετάω διευθυντή, συναδέλφους, γονείς, παιδιά, κάνω πλακίτσα, γελάω, όλα μια χαρά.

Ανεβαίνω στην τάξη. Καλημερίζω τους μαθητές μου, λέμε τα τυπικά, πως περάσαμε το τριήμερο, τι κάναμε.
"Σας έχω πει πόσο πολύ σας αγαπάω; Πόσο φανταστικά παιδιά είστε και πόσο τυχερή νιώθω που σας έχω μαθητές; Είναι πολύ δύσκολο να σας αποχωριστώ, θα κλαίω την τελευταία μέρα"
Παλιολέξεις, σας είπα, σκέφτομαι και νιώθω νικήτρια στη μάχη με τον ίδιο μου τον εαυτό.

"Κυρία άμα μας πείτε και άλλα τέτοια, θα κλαίμε από τώρα. Τι σας έπιασε;"

Χαμογελάω! Πού να τους εξηγώ τώρα για την τυπική διαδρομή, το ράδιο, τον Αγγελάκα, τις λέξεις που θέλουμε να πούμε και δεν λέμε...

"Αν δεν έχεις κάτι καλό να πεις, καλύτερα να μην πεις τίποτα". λέω. "Βγάλτε μαθηματικά"
"Αυτό κυρία είναι καλό και το είπατε". Σκάμε στα γέλια.

"Αν δεν έχεις κάτι καλό να πεις, καλύτερα να μην πεις τίποτα." σκέφτομαι.  Με φαντάζομαι απέναντι απο τον Αγγελάκα να του βγάζω γλώσσα και χαμογελάω ευχαριστημένη.



Μαρίνα Γιάννου  

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Ωραίες παρέες και μερακλήδικες φάσεις...

 
  Από τις πιο αγαπημένες στιγμές των παιδικών μου χρόνων ήταν οι μαζώξεις της παρέας των γονιών μου. Τις θυμάμαι πολύ έντονα, μάλλον γιατί όλοι περνάγαμε πολύ ωραία. Οι μεγάλοι συζητούσαν, γελούσαν, έκαναν πλάκες και η ευχάριστη ατμόσφαιρα γλίστραγε από τα μισάνοιχτα παράθυρα και απλωνόταν σε όλη την γειτονιά. Και 'μεις τα παιδιά παίζαμε, ώρες ατελείωτες, μέχρι τελικής πτώσεως, μέχρι που τα μάτια μας με δυσκολία μένανε ανοιχτά... 
   Έχεις βιώσει ποτέ αυτό που λένε deja vu ή αλλιώς προμνησία; Ο όρος προμνησία 
περιγράφει την αίσθηση ότι κάποιος έχει δει ή βιώσει ξανά στο παρελθόν μία κατάσταση. Στην περίπτωση μου, βέβαια, δεν ήταν απλά μια αίσθηση. Έχω βιώσει πολλάκις στο παρελθόν μια τέτοια κατάσταση με μόνη διαφορά ότι τώρα δεν ήμουν στα παιδιά, αλλά στους μεγάλους...

  Η παρέα άρχισε να μαζεύεται από νωρίς. Το Πάσχα ήταν απλά η αφορμή για μια ακόμη μάζωξη. Τα φαγητά άρχισαν να ετοιμάζονται, ταψιά, σούβλες, πιατέλες, κατσαρόλες πάνω στα τραπέζια και τους πάγκους. Οι άντρες έξω να ετοιμάσουν την φωτιά για τα ψησίματα, οι γυναίκες μέσα, να ετοιμάσουν ότι δεν ψήνεται στα κάρβουνα. Και τα παιδιά παντού, μέσα, έξω να τρέχουν αναμαλλιασμένα. Και παντού συζητήσεις και γέλια. Από μικρούς και μεγάλους. Και πειράγματα. Κι άλλα γέλια... 
  
  Τα φαγητά κοντεύουν να γίνουν, τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν, οι μεγάλοι κουβεντιάζουν και όλοι γελάνε και όλα είναι τόσο αρμονικά, όπως ακριβώς πρέπει να είναι. Και οι ώρες παιρνούν και η παρέα δεν λέει να το διαλύσει, λες και κανείς δεν τολμάει να τα βάλει με τις απόλυτες ισορροπίες του σύμπαντος. 
  
  Πιάτα γεμίζουν και αδειάζουν, ποτήρια τσουγκρίζουν, όλη η παρέα γύρω από το τραπέζι, "μπράβο στους ψήστες", "συγχαρητήρια στις μαγείρισσες", η ευχάριστη διάθεση πολλαπλασιάζεται, τα στομάχια αρχίζουν να πονάνε, όχι μόνο από το φαί αλλά και τα γέλια. Τα γλυκά κάνουν την εμφάνισή τους, όλοι τρώνε και πίνουν με όρεξη. Σε όλα τα πρόσωπα διακρίνεις μια γλύκα, μια ευχαρίστηση ίδια με αυτή που νιώθεις στην πρώτη μπουκιά ραβανί με παγωτό. 
    
  Και ύστερα αρχίζουν οι μουσικές. Οι συζητήσεις των μεγάλων και οι φωνές των παιδιών μπλέκονται και γίνονται ένα με τις μελωδίες του πιάνου και τις κιθάρας. Και όλα είναι τόσο μαγικά, λες και ο χρόνος έχει σταματήσει, λες και το μυαλό έχει αδειάσει από όλα και όλους και είναι αφιερωμένο μόνο στη στιγμή. 

  Έχει πια νυχτώσει, τα παιδιά έχουν πέσει όλα μαζί στον καναπέ, κατάκοπα με δυσκολία μένουν ξύπνια, οι μεγάλοι πίνουν τις τελευταίες γουλιές από το κρασί τους. "Τι ωραία που περάσαμε, να 'μαστε καλά, και του χρόνου". Και 'κανεις δεν το εννοεί αυτό το "και του χρόνου", γιατί το επόμενο Πάσχα είναι πολύ μακριά και ενδιάμεσα θα υπάρξουν δεκάδες αφορμές, ώστε η παρέα να ξαναβρεθεί. 
  
Στην επιστροφή σκέφτομαι Πάσχα των παιδικών μου χρόνων, νιώθω μια ζεστασιά στην καρδιά. Σαν deja vu η σημερινή μέρα.
Ωραίες παρέες και μερακλήδικες φάσεις...      

Μαρίνα Γιάννου
(17/4/2017)   

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Στερεότυπα


Τα μαύρα σκυλιά και οι μαύρες γάτες συχνά...αγνοούνται απ όσους θέλουν να υιοθετήσουν ένα ζώο, λόγω του χρώματός τους. Οι εθελοντές το λένε Black Dog Syndrome ή Σύνδρομο Μαύρου Σκύλου! Σχεδόν 40% των ζώων που είναι προς υιοθεσία, είναι μαύρα. Όμως όλα τους πέφτουν στην ίδια μοίρα, αφού τα προσπερνούν για να διαλέξουν ένα όμορφο μπεζ ή άσπρο, ακόμα και αν ο χαρακτήρας τους είναι πολύ καλός!
Ακόμα και τα μικρόσωμα σκυλιά ή οι γάτες, φαίνεται να πέφτουν θύματα ρατσισμού, αφού η πλειοψηφία τους παραμένει στα αζήτητα.

Μερικοί εθελοντές το εξηγούν βάσει των προκαταλήψεων. Όποιος φοβάται τις μαύρες γάτες ή πιστεύει πως "φέρνουν γρουσουζια"  ή συνδέει τους μαύρους σκύλους με επιθετικότητα ή ακόμα και με τον ''κακό λύκο'' σίγουρα δεν θα διαλέξει να υιοθετήσει μαύρο ζώο. Μόνο αν είναι πραγματικά πολύ όμορφο έχει ελπίδες να υιοθετηθεί.

Στο δικό μου σπίτι βέβαια ίσχυε το ανάποδο. Πάντα υιοθετούσαμε μαύρα ζώα. Για τα σκυλιά μας, απλά τύχαινε. Ή μάλλον απλά έρχονταν στο δρόμο μας: ο Αποστόλης, το μαύρο λουκάνικο που ακολούθησε την θεία μου, η Κάντυ, η μικρή γκριφονίτσα την οποία βρήκαμε στρίβοντας λάθος σε ένα αδιέξοδο, η Φατμέ, το ημίαιμο λαμπραντοράκι που κάποιος εγκατέλειψε στην πιλοτή της διπλανής πολυκατοικίας, η Ζουζούνα, το κανισάκι μας, που προσπαθούσε να περάσει απέναντι δρόμο ταχείας κυκλοφορίας.

Τις γάτες όμως τις επιλέγαμε (ή καλύτερα αυτές μας επέλεγαν). Η γιαγιά Κανέλλα, που είναι από τη Μάνη και εκεί το μαύρο είναι χρώμα συνηθισμένο, λέει πως η μαύρες γάτες φέρνουν τύχη και όχι ατυχία. Έτσι στο σπίτι μας μόνο μαύρες γάτες έμπαιναν, οι οποίες μάλιστα είχαν διπλό όνομα, ένα που διάλεγα εγώ και το στάνταρ της γιαγιάς: Κλυνν -Τυχερούλης, Κατερίνα - Τυχερούλα, Ριρίκα - Τυχερούλα, Φούσκα - Τυχερούλα, Τζιτζιφρίγκω - Τυχερούλα - Αύθαρτη, (είχε εξαντλήσει καμιά 20αριά ζωές αυτή και είχε και 3ο όνομα).

Τι σου είναι τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις...

Μαρίνα Γιάννου

Τρίτη 21 Μαρτίου 2017

Η κα Ήλιος


- Καλημέρα, είμαι η νέα συνάδελφος. Πού μπορώ να βρω τον διευθυντή;
- Διευθύντρια.
- Εντάξει, διευθύντρια. Πού βρίσκεται;
- Ανέβα τη σκάλα εκείνη στο βάθος, πρώτη πόρτα αριστερά.

...

"Ξέχασα να ρωτήσω πως είναι", μονολογούσε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά. "Λες να είναι καλή ή καμιά στριφνή;" "Λες να μου κάνει όλα τα καψόνια του πλανήτη, επειδή είμαι καινούργια;" "Πώς να είναι;"
Και αν έπρεπε να απαντήσει με μια λέξη θα έλεγε "Ήλιος", σαν ήλιος είναι η διευθύντρια.
Ήταν ήδη έξω από την ανοιχτή πόρτα της. Η διευθύντρια την κοιτούσε ίσια μέσα στα μάτια και η κοπέλα ένιωσε αμέσως τη ζεστασιά. "Ήλιος" σκέφτηκε.

- Πέρασε, πέρασε μέσα. Και οι ηλιαχτίδες χάιδεψαν το κορίτσι στο μάγουλο.
- Ευχαριστώ. Είμαι η νέα συνάδελφος, ξέρετε μου είπαν να έρθω σε εσάς εδώ.
Οι ηλιαχτίδες την ξαναχάιδεψαν, στα μαλλιά αυτή τη φορά.
- Κάθισε γλυκιά μου, να σε γνωρίσω.

Και όσο μιλούσε η Διευθύντρια-Ηλιος, οι ηλιαχτίδες της χόρευαν τριγύρω και σιγά-σιγά έγιναν πεταλούδες που πέταγαν ξέφρενα στο δωμάτιο πλημμυρίζοντας το με χρώματα. Και μετά έγιναν λιβάδι γεμάτο λογής λογής λουλούδια, κόκκινες παπαρούνες, κίτρινες μαργαρίτες, μοβ καμπανούλες, λευκά κρινάκια και μελισσες πετούσαν ολόγυρα καλύπτοντας κάθε ήχο με τον βόμβο τους και στο βάθος του λιβαδιού ένα κοπάδι προταβάκια έβοσκαν και άκουγες τα γκλιν γκλιν από τα καμπανάκια τους ...
Και κάπου έκει η κοπέλα συνήλθε αλλά συνέχισε μαγεμένη να κοιτάζει την Διευθύντρια-Ήλιο που της μιλούσε και της εξηγούσε διάφορα διαδικαστικά. Και κάπου στο βάθος άκουγε φτεροκοπήματα, βόμβους, κουδουνάκια...

Αχ, αυτοί οι άνθρωποι οι γελαστοί, οι καλόκαρδοι, οι λαμπεροί, οι Ήλιοι που συναντάμε στο δρόμο μας και ποτέ δεν ξεχνάμε... Και όταν μετά από χρόνια ξαναβρεθούμε, είτε τυχαία, είτε γιατί το επιδιώξαμε, όλα βρίσκονται ξανά εκεί: Οι ηλιαχτίδες, οι πεταλούδες, το λιβάδι, τα αγριολούλουδα, οι μέλισσες με τον βόμβο τους, τα προβατάκια με τα κουδουνάκια τους, να σε μαγεύουν, να σε συνεπαίρνουν, να ζεσταίνεται η καρδιά και η ψυχή...

Μαρίνα Γιάννου    

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Μια ζωγραφιά...


Είμαστε γονείς όλων των παιδιών που συναντάμε στο δρόμο μας...

(φωτο από την ταινία "Chalk")

Μαρίνα Γιάννου

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Τα τείχη



Στην αρχαιότητα οι άνθρωποι ύψωναν τείχη για να προστατεύσουν τις πόλεις τους από τους εχθρούς που τους απειλούσαν. Ήταν μια συλλογική προσπάθεια όλης της πόλης, της οποίας οι κάτοικοι μάχονταν για την σωτηρία τους. Γνωστά τείχη είναι τα τείχη των Μυκηνών ή αλλιώς Κυκλώπεια. 
Τείχη συνέχισαν να χτίζονται και στα νεότερα χρόνια με χαρακτηριστικό το τείχος του Βερολίνου, το οποίο όμως δεν ήταν σύμβολο ενότητας, το αντίθετο διαίρεσε την πόλη στα δύο μαζί και οικογένειες, ανθρώπους, ψυχές...
Το τείχος του Βερολίνου έμεινε εκεί υψωμένο για 28 ολόκληρα χρόνια πριν καταρρεύσει το 1989...

Αναρωτιέμαι πόσα χρόνια θα μείνουν υψωμένα όλα αυτα τα τείχη που χτίστηκαν σε καρδιές και συνειδήσεις τα τελευταία 2-3 χρόνια λόγω του προσφυγικού...

Πρόσφυγες πάντα υπήρχαν, στο βιβλίο ιστορίας της Ε' τάξης έχει φωτογραφίες από πρόσφυγες Βυζαντινούς που προσπαθούν να σωθούν από την αγριότητα κάποιου από τους λαούς που τακτικά επιτίθονταν στην αχανή Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Και τι να πούμε εμείς οι Έλληνες άλλωστε; Στην συνοικία μου ακόμα υπάρχουν κάποια προσφυγικά σπίτια, για να κρατάνε μάλλον ζωντανή την μνήμη, που απ' ότι φαίνεται είναι πολύ κοντόφθαλμη.  

Υπάρχουν ακόμα και περιβαλλοντικοί πρόσφυγες, οι οποίοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω των κλιματικών αλλαγών.


Ποια είναι άραγε τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν λαό καλύτερο από έναν άλλο;
Ποιο είναι το κριτήριο για να βοηθήσεις έναν άνθρωπο σε ανάγκη;
Ποιος αποφασίζει ποια παιδιά έχουν δικαίωμα να ζήσουν παιδική ηλικία;
Όλοι αυτοί οι εξαθλιωμένοι από τις χώρες της Αφρικής και της Ασίας που θαλασσοπνίγονται για να φτάσουν σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα έχουν άραγε ένα κρυφό σχέδιο εξόντωσης των ντόπιων κατοίκων;
Ποιανού η ζωή αξίζει πιο πολύ; Ενός Χριστιανού, ενός Μουσουλμάνου, ενός Βουδιστή ή ενός Άθεου;
Ποιο παιδί πρέπει να μορφωθεί; Ένα παιδί από τη Γερμανία, ένα παιδί από τη Συρία, από την Αίγυτο, ή από τo Μπαγκλαντές;

¨Ηρθε πια η ώρα να μάθουμε πως να αγαπάμε αληθινά, πως να είμαστε ελεύθεροι, να καταλάβουμε πως αυτός ο κόσμος που όλους μας χωράει, που όλους έχει να μας θρέψει, δεν μας ανήκει, ήρθαμε σε αυτόν, απλά περαστικοί, για να ζήσουμε όλοι και όλες μαζί, πως δεν έχουμε κάτι να χωρίσουμε, πως η αλληλεγγύη και η αγάπη είναι μία και δεν έχουν αστερίσκους, πως αυτοί που μας σπρώχνουν στο μίσος έχουν όφελος, να κατανοήσουμε πως δεν υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις όταν κάποιος τρέχει να ξεφύγει από τις βόμβες ή την πείνα. Ήρθε πια η ώρα να γκρεμίσουμε τα τείχη απο το μυαλό και την ψυχή και τότε κάθε πραγματικό τείχος που έχει υψωθεί, απλά θα καταρρεύσει...

Μαρίνα Γιάννου