Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Γιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Γιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Η αλήθεια όμως;


Ο Ορειβάσιος ήταν ο προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Ιουλιανού και άνθρωπος εμπιστοσύνης.
Η ερώτηση στην Πυθία ήταν σαφής.
«Ποιος είναι ο καλύτερος δυνατός τρόπος, για να αναβιώσει το μαντείο των Δελφών;»
Ο Ιουλιανός πίστευε πως ο θεός Απόλλωνας είχε μάθει τις προσπάθειές του να αναβιώσει την αρχαία θρησκεία και… όλο και κάποιο καλό λόγο θα είχε να στείλει στους ανθρώπους μέσω της ιέρειάς του.
Η πραγματικότητα όμως ήταν σκληρή.
«Πέστε του βασιλιά: γκρεμίστηκαν οι πλουμιστές αυλές εχάθη, δεν έχει ο Φοίβος πια καλύβι, ούτε προφητικιά έχει δάφνη μήτε πηγή που να λαλά και το μελητικό νερό βουβάθη».
Ο τελευταίος χρησμός της Πυθίας υποτίθεται πως προφήτεψε το τέλος όχι μόνο του ιερού των Δελφών αλλά και ολόκληρου του αρχαιοελληνικού κόσμου.
Η λέξη "υποτίθεται" προσδιορίζει το ρήμα "προφήτεψε" και όχι το αντικείμενο της προφητείας, το οποίο ήταν και δεδομένο.
Γιατί δεν προφήτεψε;
1.    1. Too Good to be true: Η συγκεκριμένη ιστορική πληροφορία εμφανίζεται αρκετά ελκυστική, αφού κάνει τα γεγονότα να μοιάζουν με σκηνές κινηματογραφικής υπερπαραγωγής, όμως πώς είναι δυνατόν όλοι οι προηγούμενοι χρησμοί να ήταν λακωνικοί, δυσνόητοι, αινιγματικοί και διφορούμενοι, ενώ ο τελευταίος να μας προκύπτει λαλίστατος, σαφέστατος και ξεκάθαρος;
2.   2. Κοίτα ποιος μιλάει: Οι ιστορικοί που διασώζουν τη συγκεκριμένη ιστορική πληροφορία είναι κατά πολύ μεταγενέστεροι των γεγονότων.
Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Φιλοστόργιος γεννήθηκε πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, ενώ ο βυζαντινός χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός έζησε κοντά 7 αιώνες αργότερα. Και οι δυο ήταν μοναχοί.
3.    3. Κοίτα ποιος μιλάει 2: Το ίδιο ανακριβής θα πρέπει να θεωρηθεί και η ιστορική πληροφορία πως ο τελευταίος χρησμός της Πυθίας ήταν άλλος: «Θα έρθει η μέρα που ο Φοίβος θα επιστρέψει και θα μείνει για πάντα». Η πολυθρύλητη απάντηση των εθνικών θα ήταν κι αυτή μια πολύ ωραία σκηνή σε χολυγουντιανή ταινία για το τέλος του αρχαιοελληνικού κόσμου.
4.    4. Η αλήθεια όμως; Μήπως η δεδομένη πραγματικότητα έπρεπε να εμφανιστεί στις καρδιές των ανθρώπων και ως οριστική;
         Γιώργος Γιώτης, 15/6/2019.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

Πλατεία Ομονοίας

Άντε να εξηγήσεις στα παιδιά πως αυτό που σήμερα είναι το κέντρο της πόλης, παλιότερα σ' αυτό ακριβώς το σημείο τέλειωνε ο εξοχικός περίπατος των Αθηναίων.
Άλλαξε και πολλά ονόματα η πλατεία.
1. Πλατεία Ανακτόρων, επειδή εδώ θα χτιζόταν το παλάτι του βασιλιά, αλλά ο πατέρας του έφερε αντιρρήσεις.
"Ε όχι το ανάκτορο του γιου μου δίπλα στις φτωχογειτονιές", είπε ο Λουδοβίκος και βρήκε για τον Όθωνα το τέλειο σημείο για σπίτι. Στον λόφο της Μπουμπουνίστρας, κι αυτό έξω από τα τείχη της παλιάς πόλης, εκεί που σήμερα είναι η Βουλή.
2. Πλατεία Όθωνος: φυσικά προς τιμήν του βασιλιά κι ας γύρισε τη μεγαλοπρεπέστατη πλάτη του στην περιοχή
3. Πλατεία Ομονοίας; επειδή σε αυτή τη ζωή τίποτε δεν είναι μόνιμο και στην ιστορία λέξη "πάντα" δεν υπάρχει. Ο βασιλιάς Όθωνας έφυγε κακήν κακώς και άφησε πίσω του τους Έλληνες χωρισμένους να τρώγονται (όχι ότι χρειάζονταν δικαιολογία) κι επειδή ως γνωστόν "οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ", το λέει και το τραγούδι, έδωσαν όνομα τέτοιο στην πλατεία να σταματήσουν οι τσακωμοί (οι οποίοι φυσικά δε σταμάτησαν) και τελικά μας έμεινε το όνομα.
Πίνοντας καφέ σε αυτή την πλατεία σήμερα δύο πράγματα μου ήρθαν στο μυαλό.
1. Η εικόνα της με τα συντριβάνια, ούτε που θυμάμαι ποια δεκαετία, αφού σε αυτή την πλατεία τίποτε δεν είναι μόνιμο.
2. Τα δύο παλιά όμορφα κτίρια που έβλεπα στο βάθος, αυτά που ασφυκτιούν ανάμεσα στα υπόλοιπα νεόκτιστα και κακόγουστα. Το Μπάγκειο και ο Μέγας Αλέξανδρος. Στην εποχή τους ήταν τα πρώτα ξενοδοχεία που ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά πρότυπα θέλοντας να κάνουν την Αθήνα του 1885 να θυμίζει λίγο από Λονδίνο και Παρίσι. Στο σημείο προϋπήρχε οικία στην οποία διέμενε μέχρι το 1883 η οικογένεια του πρώην πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη.
Μια μπερδεμένη άνοιξη του 2019...

 Γιώργος Γιώτης

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Έχουμε τηλέφωνο... έχουμε ίντερνετ... έχουμε Πάπα



Κάτι χτυπούσε το παράθυρο. Σαν να είχε ζωντανέψει η τελευταία παράγραφος από τον «Φτωχούλη του Θεού». Ήταν μεγαλύτερο από το σπουργιτάκι που φανταζόταν ο Καζαντζάκης: «Ολόβρεχα ήταν τα φτερά του, κρύωνε, σηκώθηκα να του ανοίξω».
Νόμιζα πως ήμουν στο γραφείο μου, αλλά κοίταξα καλύτερα, ήμουν στην τάξη. Ο Κροίσος και ο Σόλων έψαχναν τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Η ερώτηση ακούστηκε σαν σφοδρή σύγκρουση αυτοκινήτων. Έψαξα γύρω μου να δω ποιος ρωτούσε.
«Γιατί στο Χόγκουαρτς έχουν τις ημερήσιες κουκουβάγιες;»
Νόμιζα πως ήμουν στην τάξη, αλλά κοίταξα καλύτερα, ήμουν στο γραφείο μου και ξανά ο ίδιος χτύπος στο παράθυρο.
Η Χέντβιχ, η θηλυκή χιονόλευκη κουκουβάγια του Χάρι Πότερ με κοιτούσε πίσω από το τζάμι. Τα μάτια της μιλούσαν:
«Έχω συνηθίσει να μεταφέρω εξάψαλμους, εφημερίδες, περιοδικά και μικρά δέματα. Αν θέλεις μεγαλύτερα δέματα, θα πρέπει να φύγω παρέα με άλλες δυο κουκουβάγιες. Τουλάχιστον».
Βγήκα στο προαύλιο. Όλα βρεγμένα και ο ουρανός θολός.  
Ο Έρολ, η ηλικιωμένη Μεγάλη Γκρίζα κουκουβάγια των Ουέσλι, διαγράφοντας την ελλειπτική τροχιά όλμου, προσγειώθηκε άτσαλα μπροστά στα πόδια μου χωρίς έκρηξη μόνο με αναστεναγμούς από τους πόνους μέσα σε ένα σύννεφο πουπουλένιο.
Κοίταξα ψηλά. Μια δεκαοχτούρα πετούσε χαμηλά σαν το περιστέρι του Νώε με ένα κλαδάκι στο ράμφος.
Δεν μπορούσα να δω κάτι άλλο. Ένας πόνος ανάγκαζε τα μάτια μου να κλείνουν. Κανείς δε χτυπούσε το παράθυρο και ο ήχος γινόταν διαπεραστικός, ρυθμικός, ενοχλητικός… Οδήγησα μέχρι το σχολείο μηχανικά. Μιλούσα με τα παιδιά, τους δασκάλους και τους γονείς, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο παράθυρο του γραφείου. Έβγαινα στο προαύλιο και κοιτούσα ψηλά στον ουρανό. Ούτε οι ημερήσιες κουκουβάγιες του Χόγκουαρτς ούτε το περιστεράκι του Νώε ούτε οι δεκαοχτούρες του Υμηττού.
Λίγο πριν το σχόλασμα άκουσα τον θόρυβο έξω από το παράθυρο και τρόμαξα. Θυμήθηκα το όνειρο. Τον είδα σκαρφαλωμένο σε μια τεράστια σκάλα να ανακατεύει με τα κατσαβίδια του τα καλώδια. Η σκάλα έμοιαζε με αυτή στο όνειρο του Ιακώβ. Στηριγμένη στη γη έφτανε ως τον ουρανό.
«Ρώτησέ τον πού αγόρασε αυτή τη σκάλα», μου χαμογελούσε η γιαγιά του Βασίλη και της Κατερίνας.
Έψαχνα σημάδια γύρω μου να βεβαιωθώ πως βγήκα από το όνειρο.
«Ψάχνω για τη βλάβη στο τηλέφωνο και στο ίντερνετ», ξεκαθάρισε από κει ψηλά ο τεχνικός κόβοντας την απορία όλων ακριβώς στη μέση.
«Ίσως να είναι και φάρσα», σκέφτηκα. «Αλλά χτες μου υποσχέθηκαν από την εταιρία πως θα το φτιάξουν. Όμως δύο βδομάδες το αίτημα προωθείται ως επείγον».
Έψαχνα στις κινήσεις του τεχνικού κάτι ψεύτικο. Έβλεπα τα φωτάκια του ρούτερ να αναβοσβήνουν σαν λαμπάκια σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δυο βδομάδες σβησμένα αλλά τώρα…
«Φλώρα, εγώ φεύγω, αν συμβεί κάτι…»
Με έκοψε με μια γκριμάτσα που ξεκαθάριζε πως τίποτα δε θα συμβεί όπως τίποτα δεν είχε συμβεί για δυο βδομάδες. Οδήγησα μέχρι το σπίτι με κουκουβάγιες και δεκαοχτούρες να πετάνε μες στο μυαλό μου, τεχνίτες να σκαρφαλώνουν ως τον ουρανό, να περνάνε οι γιορτινές μέρες και ο Άι Βασίλης να μη φέρνει στο σχολείο τηλέφωνο και ίντερνετ. Άκουγα το «Friday I m in love» στο τέρμα και τίποτα άλλο.
Ένιωσα το τρέμουλο του κινητού. Στην οθόνη αναπάντητη από το σχολείο. Έλεγξα μήπως ήταν κάποια ξεχασμένη από τον Νοέμβριο. Κάλεσα πίσω.
«Έχουμε και τηλέφωνο και ίντερνετ», πανηγύριζε η Φλώρα με τον ενθουσιασμό καρδινάλιου στην πλατεία του Αγίου Πέτρου που δείχνει τον λευκό καπνό και φωνάζει «Έχουμε Πάπα».
Κοίταξα ψηλά, επειδή μου φάνηκε πως άκουσα πουλιά να χτυπάνε τα φτερά τους.
Γιώργος Γιώτης, 14/12/2018

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Αν η ζωή είναι ηχώ...


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Πρόσωπα και γεγονότα είναι φανταστικά, γιατί δε συμβαίνουν τέτοια πράγματα... ποτέ...
Υπάρχουν βάσιμες υποψίες πως η ζωή είναι μια ηχώ. Ό,τι στέλνεις εκεί έξω έρχεται, με χρονοκαθυστέρηση μεν, αλλά έρχεται πίσω. Μέχρι και το τέλος του καλοκαιριού εμείς οι δάσκαλοι και οι γονείς του 6ου και του 7ου τρέχαμε για την κεραία λίγα μέτρα μακριά ή μάλλον πιο σωστά κοντά στο σχολείο μας. Φθινόπωρο πια, λίαν συντόμως χειμώνας και μια ακόμη κεραία φυτρώνει πολύ κοντά σε όμορο σχολείο (πιο όμορο δε γίνεται). Στο 8ο. Ένα πράγμα δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε. Πως δεν έχουν σύστημα. 6, 7 και μετά 8 και έλα να πέσουν τα στοιχήματα πού θα μπει η επόμενη κεραία... ίσως στο 9... και διαβάζω σχόλια πως η τεχνολογία είναι απαραίτητη. Λες και ισχυρίζεται κανείς το αντίθετο. Αλλά κάποιος πολύ πιο δυνατός κάπου πιο ψηλά από μας μάλλον διαθέτει το χιούμορ που λείπει από όλες και όλους μας.
Δευτέρα ξεκίνησαν όλα. Λοιπόν... εδώ και μια βδομάδα στο σχολείο μας δεν έχουμε τηλέφωνο. Το 6ο για να εξηγούμαστε... είπαμε υπάρχει σύστημα και σειρά... Χρειάστηκε η σύμπραξη δύο εταιρειών και τρεις μέρες για να λυθεί το πρόβλημα. Οι ίδιες εταιρείες που προλαβαίνουν να στήσουν μια κεραία μπροστά στη μύτη σου ακριβώς στο δευτερόλεπτο που εσύ κοιτάς λοξά τον γείτονα για τους δικούς σου λόγους. Οι ίδιες εταιρείες που προλαβαίνουν σε χρόνο dt που λένε και οι ασκήσεις μηχανικής στην πρώτη λυκείου να σου πάρουν μια κεραία και να στη μεταμορφώσουν σε καμινάδα, ταμπέλα για υγιεινή διατροφή, ζαρζαβατικά και φρούτα, κουνέλι μέσα από καπέλο, άσο στο μανίκι και ό,τι άλλο θέλουν. Αυτές οι ίδιες εταιρείες τα χρειάστηκαν με τη βλάβη, αλλά τελικά και με τα πολλά κατάφεραν να λύσουν το πρόβλημα. Να λύσουν;
Πέμπτη ήταν, όταν θεώρησαν πως διόρθωσαν το πρόβλημα, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να μεταφέρουν την τηλεφωνική γραμμή από το 6ο Δημοτικό Σχολείο Βύρωνα στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Βύρωνα. Πέτυχαν όμως τον λήγοντα κι αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί κάτι. Ένα πρώτο βήμα. Ένας μικρός θρίαμβος στη συνοικία των κεραιών και της νανοτεχνολογίας.
Πέμπτη ήταν, όταν τους ενημερώσαμε για το μικρό λαθάκι τους. Το ζήτημα προωθήθηκε ως υπερεπείγον.
Και πέρασαν κι άλλες μέρες. Χωρίς τηλέφωνο και πλέον χωρίς ίντερνετ. Και ξημέρωσε πάλι Δευτέρα. Και ξανά τηλέφωνα σε υπεύθυνους. Και ξανά η λέξη "υπερεπείγον". Αλλά η βλάβη βλάβη. Στην τάξη κλίναμε ξανά και ξανά το επίθετο "ο επείγων, η επείγουσα, το επείγον", έτσι για γούρι, αλλά και πάλι τίποτα. Όταν ζητήσαμε από τους τεχνικούς της εταιρίας κάτι λιγότερο αφηρημένο, έψαξαν στις λίστες τους και είδαν ότι σύμφωνα με αυτούς η γραμμή είχε αποκατασταθεί. Για μια στιγμή κοιταχτήκαμε όλοι. Επιμείναμε πως θέλουμε να μετακομίσουμε από την εικονική πραγματικότητα στην καθημερινότητα επειγόντως. Το μόνο που καταφέραμε βέβαια ήταν να ξαναδηλώσουμε τη βλάβη.
Και περιμένουμε...
Μία φίλη που έμαθε μέσες άκρες τι έγινε σκέφτηκε να τρολάρει και μου έστειλε μήνυμα:
"Η κινητή τηλεφωνία σε εκδικείται. Για τον πόλεμο της κεραίας"
Βιάστηκε να συμπληρώσει πολλά γέλια να μην το πάρω σοβαρά, αλλά εγώ θυμήθηκα αυτό με τη ζωή και την ηχώ.
Γιατί αν τελικά αποδειχτούν βάσιμες οι υποψίες και η ζωή είναι ηχώ, αλίμονό μου...
Γιώργος Γιώτης, 10/12/2018

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Νύχτα και ομίχλη



Το πιο δύσκολο ήταν να κοιτάς, αλλά όχι… είχε συνηθίσει να προσπερνά την αθλιότητα, μόνο εστίαζε στο κενό.
Δεν άντεχε τα πτώματα που είχαν στοιβαχτεί έξω από τους λάκκους, αλλά δεν τα έβλεπε. Μόνο την πρώτη φορά τα είδε, άρχισε να σκέφτεται κι αυτό από μόνο του τράβηξε όλη τη δύναμη που είχε μείνει στα χέρια.  Τον έκανε ορατό στους δεσμοφύλακες.
«Νύχτα και ομίχλη». Έτσι τους έλεγαν τους κρατούμενους σαν αυτόν. Η επιχείρηση ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1941 με διαταγή του Χίτλερ. Με το κεφάλι έτοιμο να εκραγεί φυγαδεύτηκε νύχτα από τα κρατητήρια για άγνωστο προορισμό. Τους είπαν πως προορισμός τους ήταν η Γερμανία. Μια κομψή λέξη, για να μην πεις «θάνατος». Του ήταν αδιάφορο. Ίσως αυτό το τέλος να ήταν η λύτρωση.
Το σχέδιο του Χίτλερ; Όλοι οι κρατούμενοι «Νύχτα και ομίχλη» να εξαφανιστούν και να μην μπορεί να τους βρει κανείς. Ούτε δίκες ούτε εκτελεστικό απόσπασμα ούτε χαρτιά… απλά να χαθούν μια νύχτα στην ομίχλη.
Σκέψεις και συναισθήματα πετούσαν γύρω τους μέσα στο βαγόνι που τους μετέφερε από το άγνωστο κρατητήριο στο άγνωστο στρατόπεδο.
Το πιο δύσκολο ήταν να ακούς τους άλλους κρατούμενους να σωριάζονται στο έδαφος και η τελευταία διαμαρτυρία τους μια πνιχτή προσπάθεια να ανασάνουν, αλλά όχι… είχε συνηθίσει να απομονώνει τη φρίκη, μόνο ησυχία υπήρχε.
Το σχέδιο στα γερμανικά είχε δύο αρχικά Νι «Nacht und Nebel» και στο στρατόπεδο οι κρατούμενοι κουβαλούσαν στην πλάτη ένα κόκκινο Νι, για να ξεχωρίζουν από τους ποινικούς με τα πράσινα σύμβολα, αλλά αυτοί θύμιζαν τον Χριστό όπως κουβαλούσε τον σταυρό του.
Το πιο δύσκολο από όλα ήταν να σκέφτεσαι και να αισθάνεσαι, επειδή σκέψεις και συναισθήματα, τα είχε αφαιρέσει όλα ο πόλεμος.
Γιώργος Γιώτης, 29/9/2018

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Συμπτώσεις και τυχαία συμβάντα;


Κάποιοι λένε πως τα γεγονότα είναι κρίκοι από μια αλυσίδα και το ένα φέρνει το άλλο.
17 Σεπτεμβρίου 1920 (με το παλιό ημερολόγιο)
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος έβγαινε από το θερινό του ανάκτορο και έκανε την πρωινή βολτίτσα του στο δάσος του Τατοΐου. Όχι ο αρχαίος Αλέξανδρος, που ρωτούσαν οι ναυτικοί τη γοργόνα «ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος», όχι αυτός, ο άλλος, ο νεώτερος. Γιος του Κωνσταντίνου κι εγγονός του Γεωργίου.
Ο σκύλος του βασιλιά, ένας Γερμανικός ποιμενικός που άκουγε στο όνομα Φριτζ καυγάδιζε με έναν από τους δύο πιθήκους – κατοικίδια του Γερμανού γεωπόνου του βασιλικού κτήματος, όταν ο Αλέξανδρος μπήκε στη μέση να τους χωρίσει.
«Επιπόλαιο το τραύμα», είπε ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, μεγάλος και τρανός Καθηγητής της χειρουργικής εκείνη την εποχή.
«Μήπως θα πρέπει να το καυτηριάσετε, γιατρέ μου;» ρώτησε ανήσυχη η Ασπασία Μάνου, που δεν άντεχε να βλέπει τον βασιλέα σύζυγό της να υποφέρει.
«Μα τι λέτε; Έπλυνα τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη, συμμάζεψα τις πολτοποιημένες μάζες με γάζες εμποτισμένες στο ιώδιο και το μόνο που έχουμε πλέον να κάνουμε είναι να περιμένουμε. Ξέρετε, ο Θεός είναι μεγάλος».
«Τι εννοείτε, γιατρέ μου;» πετάχτηκε έντρομη η Ασπασία και προσπάθησε να μην καταλάβει τίποτα ο γαλαζοαίματος σύντροφός της.
«Συγγνώμη… θέλω να πω… δε χρειάζεται καυτηριασμός. Όλα θα πάνε καλά. Μην ανησυχείτε».
Οι πληγές όμως μολύνθηκαν, ο βασιλιάς ανέβασε πυρετό και στα ανάκτορα έκαναν ιατρικό συμβούλιο με επτά από τους πιο σημαντικούς γιατρούς της εποχής. Πάει ο Μέρμηγκας, τον έδιωξαν κακήν κακώς. Ανακαλύπτεται το βακτήριο του στρεπτόκοκκου στις βασιλικές πληγές, κάποιος γιατρός προτείνει ως έσχατη λύση τον ακρωτηριασμό, αλλά είναι πια αργά…
12 Οκτωβρίου 1920 (με το παλιό ημερολόγιο πάλι)
Μετά από εφτά εγχειρίσεις ένας βασιλιάς που διακρινόταν για τον ατίθασο χαρακτήρα του, τις επιτυχίες στις γυναίκες και την αγάπη του για τα γρήγορα αυτοκίνητα φεύγει από τη ζωή.
Κάποιοι λένε πως τα γεγονότα είναι κρίκοι από μια αλυσίδα και το ένα φέρνει το άλλο. Αν σπάσει ένας κρίκος, όλα αλλάζουν.
Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος ως Ηνωμένη Αντιπολίτευση θα σταθεί απέναντι στο Κόμμα των Φιλελευθέρων και εκμεταλλευόμενος το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα (49,36% έναντι 50,36%) θα κατακτήσει τις υπερδιπλάσιες έδρες (260 έναντι 110) Η απώλεια δεν είναι απλώς μία ήττα ενός πολιτικού κόμματος και τα γεγονότα των επόμενων ετών το απέδειξαν με τον πιο τραγικό τρόπο.
 Όταν ένας μεγάλος ιστορικός του προηγούμενου αιώνα έλεγε πως η ιστορία είναι μια «συρροή συμπτώσεων και τυχαίων συμβάντων», διάλεξε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τον θάνατο του Αλέξανδρου. Το ότι ο βασιλιάς της Ελλάδας πέθανε το φθινόπωρο του 1920 από το δάγκωμα μιας μαϊμούς είχε, κατά τον Έντουαρντ Καρ, τόσες συνέπειες για τη χώρα του, ώστε ο Ούινστον Τσώρτσιλ πολύ αργότερα παρατηρούσε πως «διακόσιες πενήντα χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν από αυτό το δάγκωμα».
Όλα έχουν την αιτία τους ή μήπως το παρελθόν είναι μια θάλασσα από τυχαία συμβάντα; Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται στα σύνορα των δύο απόψεων. Το σίγουρο είναι πως καμιά από τις δύο απόψεις δεν είναι αθώα.
Η λέξη «αναπόφευκτο» δε χωράει στο λεξιλόγιο ενός ιστορικού. Μπορεί η ζωή να γίνει πιο βαρετή, μουντή, συννεφιασμένη και πολύ συνηθισμένη. Δεν πειράζει. Τέτοιες λέξεις μια χαρά ταιριάζουν μόνο σε ποιήματα.

 Υ.Γ. Για όσους λατρεύουν τις προσθέσεις και τις αφαιρέσεις. To 1923 η Ελλάδα υιοθέτησε το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και η διαφορά μεταξύ των δύο ημερολογίων μετά το 1900 ήταν 13 ημέρες.

 Γιώργος Γιώτης, 17/9/2018.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Η Κατερίνα γράφει ποιήματα



Η Κατερίνα κοιτάζει πάλι την εικόνα. Το νεανικό πρόσωπο με τα γέρικα μάτια σε έκφραση εγκαρτέρησης στον πόνο. Συνδυάζει όλα τα προσόντα να χαρακτηρισθεί Θεός για τους έξω. Ακάνθινο στεφάνι κι ένα βλέμμα που στοχεύει τον Ύψιστο πώς να μην αναδείξουν τη φιγούρα της εικόνας του Μεσσία; Με μόνο μια βδομάδα Παθών.
Προσποιείται την απορροφημένη από το ανοιχτό βιβλίο. Ο τύπος του Ήρωνα. Η Κατερίνα δείχνει πως δυσκολεύεται. Ο καθηγητής όμως παραμένει σκυμμένος στο πλευρό των άλλων παιδιών με γυρισμένη σ' αυτήν την πλάτη του. Αφημένη να πλήττει δίπλα από το παράθυρο και τη συννεφιά της μονοτονίας.
Περνάνε όλα ξανά από το μυαλό της Κατερίνας. Τρένο οι αναμνήσεις. Τα πρώτα γεγονότα θα τα γεννήσει η φαντασία της βασισμένη στις διηγήσεις. Οι βίαιες και άτσαλες κινήσεις της μαμής στο χωριό της πριν δεκαεννιά χρόνια. Έφτασε δύο χρονών, δεν είχε ακόμα περπατήσει και οι γονείς της δεν ανησυχούσαν. Την άφηναν όλη μέρα στο πάτωμα να κυλιέται, να κλαίει και δεκάρα δεν έδιναν, αφού έτσι κι αλλιώς τους βόλευε αυτή η αδυναμία της.
Σάρωσε με το βλέμμα της τον χώρο της τάξης. Τέσσερα καρότσια, με το δικό της πέντε. Κι ο καθηγητής να μην την πλησιάζει. Ευτυχώς που κρύωσε για τα καλά τότε. Βήχας δαιμονισμένος να την πνίξει και ο πυρετός να μη λέει να πέσει από το 39. Την πήραν στο Αίγιο κι ο γιατρός που την εξέτασε, πετάχτηκε ως το ταβάνι ουρλιάζοντας:
«Δεν το βλέπατε το παιδί... τόσο καιρό... τα ποδαράκια του».
Τους έδιωξε για την Αθήνα. Μόνο εκεί θα συναντούσαν τους κατάλληλους γιατρούς. Αυτοί θα τους έλεγαν.
Μετά στο ίδρυμα. Οι γονείς την ξέχασαν. Είχαν στο μεταξύ άλλα παιδιά, ήταν και μεγάλη η διαδρομή χωριό – Αθήνα, πώς να πηγαινοέρχονταν; Μόνο τις γιορτές.
Η Κατερίνα είχε γίνει πέντε χρονών, ήταν Πάσχα και η μάνα της υπέγραφε να την πάρει για λίγες μέρες σπίτι. Ήρθε η μέρα κι επέστρεψαν. Ο φύλακας όμως τους έδιωξε.
«Τι λες, κυρά μου; Αυτό που μου δείχνεις δεν είναι απλό εξιτήριο. Εδώ λέει πως δέχεσαι από δω και πέρα να έχεις το παιδί στο σπίτι σου. Για πάντα. Τι δεν καταλαβαίνεις;»
Έτσι έχασε την ευκαιρία της η Κατερίνα να πάει σχολείο, επειδή απλά έξω από το ίδρυμα, το ένιωθε κι η ίδια, ήταν βάρος για όλους. Πέντε χρόνια βολόδερνε μες στα δωμάτια του πατρικού της. Ούτε τα αδέρφια της δεν την έκαναν παρέα.
Το κεφάλι της πονάει. Νιώθει τη μικρή αίθουσα να φλέγεται. Θέλει να ζητήσει άδεια. Να αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Θα εκληφθεί όμως ως δειλία και δεν το θέλει.
Ευτυχώς εμφάνισε πρόβλημα με τα δόντια της. Ευλογία για αυτό το κορίτσι τα προβλήματα υγείας. Τα προσωρινά. Απολάμβανε κάτι διαφορετικό μακριά από τους ίδιους τοίχους. Τον τροχό να τρίβει τα χαλασμένα τμήματα αδαμαντίνης στους τομείς και στους γομφίους. Η οδοντίατρος έσκυψε φιλικά πάνω της να βγάλει νόημα από τα γρυλίσματα. Την έμαθε να μη νιώθει άσχημα που δεν περπατούσε σαν τους άλλους. Αυτή το κυνήγησε και με δικές της ενέργειες βρέθηκε η Κατερίνα πάλι σε ίδρυμα και ξεκίνησε σχολείο.
Το κράτος της έκοψε επίδομα. Εκατό χιλιάδες δραχμές τον μήνα. Τα κανόνισε ο πατέρας της κι έρχονταν τα χρήματα σπίτι του στο χωριό.
«Μη σε νοιάζει, θα στα στέλνω εγώ», της έλεγε κάθε φορά και της έστελνε πότε δεκαπέντε πότε είκοσι χιλιάδες στους δύο μήνες. Σε μια από τις επισκέψεις στο χωριό η Κατερίνα ρώτησε για τα χρήματα.
«Αυτόν τον μήνα ο ταχυδρόμος δεν τα έφερε. Τα έκλεψαν», απάντησε ο πατέρας, φροντίζοντας να καταχωνιάσει τα πειστήρια.
«Και η σύνταξη της μαμάς;»
«Ούτε αυτή ήρθε».
Χαράματα είχαν φύγει οι γονείς της για το χωράφι και η Κατερίνα με αργά βήματα, αφού έβαλε το φαγητό στη φωτιά, έπιασε να συγυρίζει. Ανοίγοντας το τελευταίο συρτάρι της ντουλάπας στην κρεβατοκάμαρα των γονιών της και προσπαθώντας να στριμώξει τα σιδερωμένα σεντόνια, κάνει μια και βγάζει τη σύνταξη που είχε «χαθεί». Δεν τους είπε τίποτα.
Ο καθηγητής την κοιτάζει. Τώρα θα της χαμογελάσει κι εκείνη θα ξεχάσει την άρνησή του για βοήθεια. Του είχε ζητήσει να την αναλάβει στα Μαθηματικά. Έστω, αν δεν μπορούσε, ας της έβρισκε κάποιον συνάδελφό του να της κάνει ιδιαίτερα μαθήματα, προκειμένου να δώσει Πανελλαδικές. Μάταια. Στρέφει πάλι το βλέμμα προς τ' άλλα παιδιά, τους αναλύει τι πρέπει να προσέχουν, πώς πρέπει να δουλεύουν. Δεν απευθύνεται σ' εκείνη. Άλλωστε οι συμμαθητές της δε μένουν όπως η Κατερίνα στο ίδρυμα, ζουν με τις οικογένειές τους. Εκείνη στα μάτια του καθηγητή είναι μόνη.
Μόνο στη δασκάλα της μίλησε για τα λεφτά. Κι αυτή πέτυχε να έρχονται κατευθείαν στην Κατερίνα. Από τότε έχει να δει τους γονείς της. Δεν την πειράζει πολύ. Έχει ζήσει κι άλλα χειρότερα. Τα λέει όμως στην οδοντίατρο και τη δασκάλα. Δεν είναι δυστυχισμένη. Έχει τουλάχιστον αυτές. Υπάρχουν άραγε στον κόσμο αυτό πολλοί που μπορούν να καυχηθούν πως έχουν δυο ανθρώπους να τους νοιάζονται;
Περιμένει να φύγουν όλοι. Τελευταία φορά. Θα πλησιάσει τον κύριο Δημήτρη έτοιμη για την ίδια ερώτηση. Θα μπει η άνοιξη, οι εξετάσεις πλησιάζουν. Δεν τον προλαβαίνει.
Θυμάται τον πονοκέφαλο. Αποφεύγει τον συνωστισμό στο μεγάλο σαλόνι. Πιάνει μια νοσοκόμα στον διάδρομο. «Σας παρακαλώ», κομπιάζει. Εμφανίζει μια μικρή δυσκολία στις λεπτές εξειδικευμένες κινήσεις των δαχτύλων, επομένως και στο γράψιμο.
«Με βοηθάτε για μια αγγελία στην εφημερίδα;»
Υπαγορεύει στην ευγενική γραφέα.
«Ζητείται Καθηγητής Μαθηματικών
να βοηθήσει “ειδικό” παιδί
στην προετοιμασία του για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις».
Ένα γλυκό χαμόγελο ομορφαίνει το κοριτσίστικο πρόσωπο που συνεχίζει:
«Το παιδί δε δαγκώνει».

Γιώργος Γιώτης


Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Φάρσες (Από τις διηγήσεις του πατέρα μου)


Ο μπαρμπα-Χαράλαμπος ο Ματσούκης, ο αδερφός της μάνας μου, ήταν ο μέγας πλακατζής κι όλοι στο χωριό τον υπολόγιζαν στις φάρσες τους. Είχε χτυπηθεί σε μια ενέδρα και είχε χάσει το αριστερό μάτι. Ως ανάπηρος πολέμου που ήταν, του είχαν δώσει περίπτερο, στο καφενείο απέναντι.
Φτάνει μια φορά ένας έμπορος και ρωτάει:
«Έχει εδώ πουθενά να ξυριστώ;»
Τον κοιτάζουν οι χωριανοί περίεργα.
«Ολόκληρο κεφαλοχώρι και δεν έχετε μπαρμπέρη;» τους ρωτάει με ύφος ανθρώπου που πρέπει σώνει και καλά να συνεννοηθεί με εξωγήινους.
«Στον περιπτερά να πας. Αυτός μας ξυρίζει όλους», πετάγεται ένας έξυπνος, δήθεν για να τον σώσει.
Μόλις ακούει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος τι του ζητάει ο ξένος, αμέσως μπαίνει στο νόημα. Τον γεμίζει σαπουνάδες και μετά προφασίζεται πως το φως δεν τον βοηθάει καθόλου.
«Πάμε στο καφενείο, για να γίνει σωστά η δουλειά», του λέει και μπαίνουν στο καφενείο απέναντι που είναι μαζεμένοι όλοι, έτοιμοι να σκάσουν στα γέλια. Μπροστά ο έμπορος μες στις σαπουνάδες και τις πετσέτες κι από πίσω ο μπάρμπας μου με ένα ξυράφι μεγάλο σαν μικρό σπαθί που δεν έλεγε να βγει όμως από τη θήκη του τόσο σκουριασμένο που ήταν. Κλείνει το μοναδικό του μάτι κι αμέσως πονηρεύονται οι άλλοι, μπαίνουν στο κόλπο και μαζεύονται γύρω τους.
Με την πρώτη που του χάραξε το δέρμα, ίσα – ίσα που τράβηξε τις σαπουνάδες. Καταλαβαίνει ο έμπορος πως το ξυράφι δεν κόβει ούτε βούτυρο, πιάνει και τα χάχανα των άλλων πίσω και μαζεύεται.
«Άσε, δεν πειράζει», λέει στον μπάρμπα μου και φεύγει.
Παίρνει την κατηφόρα τρέχοντας. Έξω από την εκκλησία χώνεται κάτω από τη βρύση. Αυτή στην αρχή δεν κατεβάζει νερό, μέχρι να μαζέψει πίεση, αλλά μετά το πετάει με ορμή και τον κάνει χάλια.
Τον είδαν να τα μαζεύει και να εξαφανίζεται. Κάποιος τον άκουσε να μονολογεί βρισιές για το χωριό και τους ανθρώπους του.
«Ακόμη και οι βρύσες σε αυτό το χωριό σε δουλεύουν».


Μια άλλη φορά αφορμή για τη φάρσα ήταν η κακοκεφιά του χωροφύλακα. Γινόταν πανηγύρι στο Αμπελοχώρι και χρειάζονταν αστυνομική προστασία. Έστειλαν λοιπόν στο χωριό μας, την Παναγία, κάποιον με δυο μουλάρια να συνοδέψει τον χωροφύλακα μέχρι εκεί.
«Χαράλαμπε, εσύ τα καταφέρνεις, σκέψου κάτι να γλιτώσω την αγγαρεία. Πού να τρέχω τώρα», λέει ο χωροφύλακας στον θείο μου κι αυτός πήγε και παραφύλαξε εκεί που περίμενε ο συνοδός. Μόλις τον είδε να απομακρύνεται από το μέρος που είχε δέσει τα ζώα, γρήγορα – γρήγορα τα λύνει και τα δένει πιο κάτω, πίσω από τη μεγάλη βρύση. Πηγαίνει μετά και περιμένει.
Τα έχασε ο συνοδός, δεν είδε τα μουλάρια του και κόντεψε να τρελαθεί.
«Τι τρέχει, πατριώτη; Έπαθες τίποτα», του κάνει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος.
«Τίποτα... τίποτα... να εδώ... είχα δέσει δυο μουλάρια και τώρα χάθηκαν... μήπως τα είδες;»
«Γι' αυτό κάθεσαι και μου σκας, πατριώτη; Να, πάρε αυτή την ανηφόρα που βλέπεις μπροστά σου. Μόνο τρέξε μην πάρουν άλλο δρόμο».
Ξεφύσηξε ο συνοδός ανακουφισμένος που κάποιος είχε δει κατά πού πήγαν τα μουλάρια του και βάλθηκε να τρέχει να τα προλάβει.
«Στάσου», του ξαναλέει ο μπάρμπας μου. Τον έκανε ό,τι ήθελε πια. Τον έφερε πίσω και αργά και βασανιστικά άρχισε να του ξεφουρνίζει άλλο παραμύθι.
«Μάλλον λάθεψα, πατριώτη. Συγχώρα με, αλλά με ζάλισε ο ήλιος. Είδα δυο μουλάρια αλλά ώρα πριν. Πότε τ' άφησες εσύ;»
«Ούτε δέκα λέπτα».
«Περίμενε τότε. Είδα εγώ δυο μουλάρια, αλλά για κάτσε να θυμηθώ... ήταν πριν καμιά ώρα... ναι... ναι... και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, τα μουλάρια που είδα ήταν από τα δικά μας. Τα έχω ξαναδεί στο χωριό. Εσύ όμως δε δείχνεις να είσαι από δω».
«Από το Αμπελοχώρι ήρθα, για να πάρω μαζί μου τον χωροφύλακα», του απάντησε άκεφα.
Πώς κατάφερνε και ζύγιζε στο ένα χείλι το αστείο και στ' άλλο το σοβαρό χωρίς να σκάει ούτε χαμόγελο;
«Το βρήκα! Τα μουλάρια τραβάνε για τ' Αμπελοχώρι, αφού αυτόν τον δρόμο ξέρουν».
Στον δρόμο συνάντησε ίσαμε πενήντα άτομα που δούλευαν στα χωράφια κι όλους τους ρώτησε αν είδαν τα μουλάρια του.
«Όχι, άνθρωπέ μου, ούτε που είδαμε ούτε που ακούσαμε τα μουλάρια σου».
Είχε σχεδόν φτάσει περπατώντας λίγο έξω από το Αμπελοχώρι, όταν τον πλησιάζει ένας πιτσιρίκος.
«Θα σε πάω εγώ», του λέει λαχανιασμένος, αφού είδε κι έπαθε να τρέχει ξοπίσω του να τον προφτάσει δασκαλεμένος από τον μπαρμπα-Χαράλαμπο.
Παίρνει ο κακόμοιρος ο Αμπελοχωρίτης πάλι τον δρόμο για πίσω, ξαναγυρνάει στην Παναγία, βρίσκει τα ζώα του εκεί που τα είχε κρύψει ο μπαρμπα-Χαράλαμπος και επιτέλους πηγαίνει στον χωροφύλακα.
«Είσαι έτοιμος να φύγουμε;»
«Τώρα; Άργησες. Πήγαινε μόνος σου. Δεν το προφταίνουμε το πανηγύρι». 


(Συνεχίζεται...)
Γιώργος Γιώτης, Από τις διηγήσεις του πατέρα μου, 11/8/2018

Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Μπροστά στο ψέμα...



Κοιτούσα τη μαρμάρινη πινακίδα ακριβώς δίπλα στη βιτρίνα του εμπορικού καταστήματος που πουλούσε ηλεκτρικά είδη δύο κτίρια μετά την είσοδο της παλιάς πόλης.  Διαφωνούσα και δεν είχα προλάβει να χρωματίσω με ειρωνεία το χαμόγελό μου. Φανταζόμουν να αναλύω στους μαθητές μου το ψέμα. Ναι, το φαρμακείο ήταν του Βονιφάτιου Βοναφίν. Ναι, σε αυτήν ακριβώς τη θέση βρισκόταν το πρώτο φαρμακείο της χώρας και μάλιστα με το πολύ φιλόδοξο και καθόλου μετριοπαθές όνομα «Ο Σωτήρ», αλλά όχι, δεν ταριχεύτηκε ο πρώτος κυβερνήτης εδώ. Μετά τη δολοφονία του μεταφέρθηκε… μεταφέρθηκε…
Έψαξα απέναντι. Στο σημείο που βρισκόταν τώρα το άγαλμα του Όθωνα παλαιότερα υπήρχε το Κυβερνείο, όπου εκεί στην πραγματικότητα έγινε…
-          Μπορείτε να με βοηθήσετε;
Η ερώτηση με έβγαλε από τις σκέψεις. Πρέπει να είχα το ύφος του ανόητου που σηκώνει τις πέτρες και περιμένει να ανακαλύψει φαντάσματα. Τα μάτια μου έπεσαν στο κομμένο του πόδι.
-          Τι θέλετε;
-          Να με βοηθήσετε να κάτσω στο καρότσι.
-          Φυσικά.
Πρέπει και η φωνή μου να μην πρόδωσε το ανόητο ύφος που λέγαμε.
-          Το ήξερα. Μόλις είδα το πρόσωπό σου, κατάλαβα ότι είσαι καλός άνθρωπος. Εμένα με λένε Δημήτρη.
Με βιαστικές κινήσεις σκαρφάλωσε στο αναπηρικό καρότσι, τεντώθηκε να μαζέψει τα πράγματα που είχε απλώσει στο παγκάκι, τρία μπουκάλια νερό, αφόρητη η ζέστη σίγουρα και ένα ύφασμα, ίσως ρούχο ίσως τσάντα, δεν μπορούσα να καταλάβω. Ξαναείπε πολλές φορές ευχαριστώ. Με ρώτησε το όνομά μου. «Δεν υπάρχουν σήμερα καλοί άνθρωποι», είπε δυο φορές πως πριν από εμένα ζήτησε βοήθεια σε άλλους δέκα περαστικούς. Κανείς δε σταμάτησε. Μια υποψία πέρασε από το μυαλό μου. Κι αν είναι όλο αυτό κόλπο; Αν με οδηγήσει σε κανένα στενό όπου θα μου την έχουν στημένη;
-          Πέρασέ με απέναντι. Σε ευχαριστώ. Δεν τους αδικώ, Γιώργο. Κανένα δεν αδικώ. Φοβάται ο κόσμος. Φοβάται ακόμη και να δείξει τον καλό του εαυτό.
-          Διαβάζει τις σκέψεις μου. Εκτός κι αν… εκτός κι αν… εγώ σκέφτομαι δυνατά… προσπάθησα να σιγουρέψω αυτή τη φορά πως μιλάω στον εαυτό μου και μόνο στον εαυτό μου.
-          Θα φτάσουμε σε αυτό το περίπτερο. Το βλέπεις; Λοιπόν, θα αναρωτιέσαι πώς έχασα το πόδι μου.
-          Όχι… εγώ…
-          Όλοι αυτό απορούν με το που με βλέπουν… φίλε Γιώργο, έπαθα ζάχαρο… ξέρεις τι παλιοαρρώστια είναι αυτή; Παλεύεις με τις αδυναμίες σου… κάθε ώρα και κάθε στιγμή… πρέπει αυτό που σου αρέσει να το αποφεύγεις… φαντάζεσαι τον εαυτό σου να διώχνεις συνεχώς αυτό που σου αρέσει; Τώρα όμως προσέχω. Αν δεν προσέξω, θα χάσω και το άλλο πόδι. Μου το είπε ο γιατρός, φίλε Γιώργο, σε αυτόν πάω τώρα. Μου το είπε ξεκάθαρα. Με την παραμικρή ενόχληση να πάω να με εξετάσει. Στο νοσοκομείο πάω. Αν δεν μπορείς, άφησέ με εδώ. Θα πάω μόνος. Και μέχρι εδώ που με έφερες, σε ευχαριστώ πολύ, φίλε Γιώργο. Είσαι αναπλιωτάκι;
-          Θα σε πάω μέχρι το νοσοκομείο, μη σε νοιάζει. Όχι, δεν είμαι από το Ναύπλιο, αλλά μου αρέσει πολύ η πόλη.
-          Σε ευχαριστώ πολύ, φοβάμαι και με το παραμικρό τρέχω στον γιατρό. Να φανταστείς δεν πατάω το καλό πόδι στη γη. Να μην το κουράσω και έχω πρόβλημα μετά και σ’ αυτό. Σταμάτα εδώ, σε παρακαλώ. Θα σε κεράσω κάτι στο περίπτερο. Θα μου την κάνεις τη χάρη.
-          Όχι, σε ευχαριστώ πολύ, δε θέλω τίποτα.
-          Μαρία, έναν πύραυλο και ρέστα από δίευρο.
Η νεαρή γυναίκα έδειξε πως δεν ξαφνιάζεται, σαν να συνέβαινε το ίδιο ακριβώς περιστατικό κάθε μέρα χρόνια τώρα, άνοιξε το ψυγείο και πρόφερε διστακτικά μια δικαιολογία πως δεν έχει τον πύραυλο που είναι ο αγαπημένος του.
-          Αύριο θα έχεις όμως, είπε με την αισιοδοξία του να χτυπάει κόκκινο και τη λαιμαργία να κάνει το βλέμμα του γυάλινο.
-          Είπες πως προσέχεις, αλλά… σκέφτηκα με τον φόβο μη διαβάσει ξανά τις σκέψεις μου.
-          Δεν προσέχω, Γιώργο, το ξέρω, αλλά φοβάμαι πως ο γιατρός θα με κρατήσει μέσα και θα με αποκλείσει από όλα αυτά τα ωραία… Ακολούθησε αυτό το πράσινο αυτοκίνητο και στάσου στη μέση του δρόμου, αλλιώς κανείς δεν πρόκειται να σταματήσει…
-          Όλα τα ξέρεις; Σιγά μη και δε σταματήσουν. Κάποιος θα σταματήσει. Δεν μπορεί. Βλέπουν ένα αναπηρικό καρότσι να πρέπει να διασχίσει τον δρόμο. Όλοι θα σταματήσουν.
Σιγουρεύτηκα πως μιλάω στον εαυτό μου και μόνο στο εαυτό μου. Ο Δημήτρης δε μιλούσε. Κάποια στιγμή μόνο, όπως ξεφυσούσα από απογοήτευση και προσπαθούσα να αποφύγω τα μηχανάκια που με προσπερνούσαν και τα αυτοκίνητα που μας έκλειναν τον δρόμο, μου έριχνε ένα βλέμμα που διάβαζες ξεκάθαρα τι ήθελε να πει. «Κάθε μέρα τα ίδια, φίλε Γιώργο. Δεν αλλάζει ο κόσμος!».
Περάσαμε ανάμεσα στα τραπέζια ενός καφενείου με τους θαμώνες να μη δίνουν καμία σημασία στον Δημήτρη που τους χαιρετούσε και σε μένα, σαν να συνέβαινε κάθε μέρα το ίδιο καθόλου ασυνήθιστο περιστατικό, ένας άγνωστος να σπρώχνει το καρότσι του Δημήτρη. Ήθελα να τον ρωτήσω αν έχει συγγενείς και φίλους. Μου φάνηκε πως κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Τρόμαξα.
 Το πεζοδρόμιο στην είσοδο του νοσοκομείου είχε ειδικά διαμορφωμένο χώρο από όπου μπορούσε πιο εύκολα να περάσει το καρότσι, αλλά… ο μισός σχεδόν χώρος είχε καλυφθεί από ένα παρκαρισμένο φορτηγάκι, που ο οδηγός προφανώς απολάμβανε το καφεδάκι του συν μια παρτίδα δηλωτή ή τάβλι και φυσικά ούτε που μπήκε στον κόπο να σηκωθεί να μας βοηθήσει. Ένας νοσοκόμος μάς άνοιξε την κεντρική είσοδο και μετά συνέχισε το τσιγάρο του. Ο Δημήτρης ήξερε τους διαδρόμους απέξω κι ανακατωτά. Με οδήγησε στα εξωτερικά ιατρεία και τον βοήθησα να καθίσει σε μια καρέκλα κοντά στη γραμματεία.
-          Σε ευχαριστώ πολύ, Γιώργο.
-          Να είσαι καλά και να προσέχεις, φίλε.
Δε βρήκα να πω τίποτα άλλο και τον χαιρέτισα. Από τα μάτια του είχε φύγει η γυαλάδα. Είχαν μείνει θολά. Δε με κοιτούσαν. Ξαναπέρασα μπροστά από την πινακίδα του «πρώτου φαρμακείου της χώρας» και προσπέρασα αδιάφορα το ψέμα της.

Γιώργος Γιώτης, 10/7/2018