Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώτα Καραγιάννη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώτα Καραγιάννη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Του Αγίου Δημητρίου



   Του Αγίου Δημητρίου έστρωνε η μάνα τα χαλιά. Στόλιζε τα βάζα με κίτρινα χρυσάνθεμα και μας έδινε και σπιτική μουσταλευριά. Με κανέλα κι άσπρο σουσαμάκι από πάνω. Η φιλενάδα της η Βασιλική που έμενε στο διπλανό μας σπίτι ήταν κι εκείνη μαστόρισσα σ' αυτά. Φίλευε όλα τα παιδιά της γειτονιάς και μετά γελούσε όλο χαρά. Η μέρα απ' το πρωί φορούσε τα γιορτινά της για κάποιο λόγο. Δημήτρη στο σπίτι δεν είχαμε. Παρόλα αυτά το καντήλι ήταν αναμμένο απ' την παραμονή. Τη μέρα της γιορτής σηκωνόταν αχάραγα να πάει πρόσφορο στην εκκλησιά. Το ετοίμαζε απ' την προηγούμενη. Είχε και μια σφραγίδα ξύλινη και την έβαζε πάνω στο ψωμί. Όλη την ώρα προσηλωμένη. Σαν να προσεύχεται. Τύλιγε ύστερα τη σφραγίδα σε μια άσπρη, λινή πετσέτα και την έκρυβε, για να μην κινδυνέψει από χέρια παιδικά. Έφτιαχνε κι ένα μοσχαράκι λεμονάτο, να φεύγει ο νους από τη μυρωδιά. Μετά κατέβαζε απ' το ντουλάπι το βάζο με το γλυκό καρυδάκι. Κέρασμα της θείας Ελένης απ' το χωριό. "Πότε έφαγες και δεν πήρα είδηση;" με ρωτούσε αυστηρά. Μ' εκείνο το αυστηρό ύφος που κρύβει στα σπλάχνα του μπόλικη αγάπη."Εεεε, χθες πήρα ένα!'' και τα μάγουλα γίνονταν κόκκινα σαν τη φωτιά. Έβαζε ύστερα τον μυρωδάτο καρπό στο πιατάκι του γλυκού με τα διάφανα κεντίδια. Για να μπορούν να έρχονται μόνες τους οι εικόνες αυτές. Και για να θυμάμαι πως έζησα μια ολόκληρη εποχή μαζί με ανθρώπους που αρωμάτιζαν τη ζωή. Και πως το μόνο που κρύβαμε ήταν το γλυκό στο βαζάκι.


Γιώτα Καραγιάννη

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

Αδιάφθοροι



Είναι μερικοί άνθρωποι που ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος. Δεν μιλούν πολύ. Συνήθως μιλάνε μόνο με το βλέμμα. Είναι έτοιμοι για κάθε μάχη της ζωής, μικρή ή μεγάλη. Απλά θα δεις ν’ ανασηκώνουν τα μανίκια. Χωρίς φλυαρία και θόρυβο. Στις τσέπες τους έχουν πάντα καλούδια. Για την ώρα της ανάγκης. Ένα απαλό χάδι, μια λέξη αγαθή, μια αγκαλιά σαν ομπρέλα κι ένα μαντίλι καθαρό για να σκουπίζουν δάκρυα. Μαζεύουν συντρίμμια, ξερά φύλλα και τις πίκρες του κόσμου αυτού μόνο με γνώριμη κίνηση του χεριού. Γεμάτο από ρόζους της αγάπης. Η μόνη εξουσία που ξέρουν είναι αυτή της χαράς. Και την απλώνουν σαν σεντόνι τις νύχτες για να σκεπάζουν τους μοναχικούς. Άμα τους τάξεις κάστρα χάνονται κι άμα τους κολακέψεις θλίβονται. Φυτεύουν σπόρους πολύχρωμους σε άγονα χωράφια της ζωής, διώχνουν προσεκτικά τη σκόνη από αναμνήσεις και προχωράνε με βήμα αθόρυβο. Γι’ άλλες πολιτείες ξερές. Όνειρό τους να τις βλέπουν ν’ ανθίζουν. Συνήθως προχωράνε ένα βήμα πίσω, όμως είναι πάντα μπροστά. Δεν θέλουν χάρες, ούτε ανταμοιβή, ούτε καν μια εξεδρούλα μικρή. Προσέχουν πάντα τους περαστικούς κι εκείνους που παραπατάνε. Είναι γλυκομίλητοι, ακούραστοι, αδιάφθοροι. Εύκολα μπορεί να τους ξεχωρίσει κανείς. Συνήθως έχουν πάντα σηκωμένα τα μανίκια. Είτε χειμώνας είναι, είτε καλοκαίρι. Η ζέστη και το κρύο γι’ αυτούς εξαρτάται μόνο από το πόσο μπορείς να χαμογελάς.

Γιώτα Καραγιάννη
28/7/2019

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

Μέτρον άνθρωπος



'Παν μέτρον άριστον' ακούγαμε συχνά όταν πηγαίναμε σχολείο. Αυτό το 'παν' με πήγαινε πολύ μακριά κι αυτό το 'μέτρον' μου άρεσε πολύ επειδή είχαμε και στο σπίτι. Η μάνα μου έραβε κουρτίνες στη ραπτομηχανή, μια παλιά singer μαύρη με ασημένια γράμματα κι είχε συνήθως μια κίτρινη μεζούρα περασμένη στο λαιμό της. Ο πατέρας μου μετρούσε στις οικοδομές μ' ένα σπαστό ξύλινο μέτρο κι έδειχνε και σ' εμένα τις υποδιαιρέσεις. Έφευγα κάθε φορά, κουραζόμουν. 'Αχ, αυτό το παιδί!' έλεγε απελπισμένος ο πατέρας μου κι εγώ έμπαινα μες στο δωμάτιο να γράψω κανένα ποίημα. Το 'άριστον' με κυνηγούσε απ' την άλλη μεριά μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι. Στη σχολή οι καθηγητές μας έλεγαν να μη συμπαθούμε το μέτριο. Έβλεπα τότε το 'παν' να μου χαμογελάει κι ένιωθα μια συμφωνία μυστική, κοινή για όλους τους ανθρώπους. Ύστερα αμφισβητήθηκε κι αυτό, έμεινε μόνο το 'μέτρον άριστον'. Συμφιλιώθηκα αμέσως, δε γίνεται με κάθε μέτρο να υπολογίζεις τα πράγματα. Πρέπει ο καθένας να έχει το δικό του, σκέφτηκα. Όταν δούλεψα σε διάφορες δουλειές μέχρι να τελειώσω τις σπουδές, έφυγε και το 'άριστον' επειδή δεν είχα καθόλου ταλέντο στην πώληση ρούχων ή στερεοφωνικών. Πέρασαν τα χρόνια και πότε ερχόταν να με σκουντήσει ελαφριά στον ώμο το 'παν', πότε το 'μέτρον' και πότε το 'άριστον'. Ό,τι μάθεις μικρός άλλωστε, σε οδηγεί με κλωστές αδιόρατες σαν εκείνες της παλιάς ραπτομηχανής. Τα τελευταία χρόνια είναι αλήθεια πως ψάχνω και τα τρία. Κι όλο με κυριεύει η αγωνία μήπως κάτι δεν ακούω καλά ή μήπως μεγάλωσα τόσο πολύ που δεν αντιλαμβάνομαι εκείνα τα ελαφριά σκουντήγματα. Στον ώμο. Ειδικά όταν το 'μέτρο' αφορά σε συνθήκες ανθρώπινης ζωής και αξίας. Στο 'Μέτρον άνθρωπος' έχω βρει καταφύγιο και μ' αυτό θα συνεχίσω. Χωρίς υποδιαιρέσεις. Και χωρίς εκείνα τα αλληγορικά τερτίπια της φαντασίας. Που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει πόσο γέρασε.

Γιώτα Καραγιάννη 
18/7/2019

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Ξένος



Αυτόν τον καινούριο άνθρωπο δεν τον αναγνωρίζω. Μιλάει ψιθυριστά και χαράζει διαρκώς το ατομικό του σύνορο. Κάθε πρωί φυτεύει κάκτους στην αυλή και βάζει μικρά ναρκοπέδια. Στο μυαλό. Σπρώχνει με τον αγκώνα του για να περάσει, τρώει εφημερίδες και μετά από λίγο τις φτύνει. Ακούει μόνο τον εαυτό του, τα αυτιά του είναι κλειστά με κερί -τάχα για τις Σειρήνες- και του αρέσει να πολεμά μέσα από οθόνες. Μένει απαθής στο πραγματικό γίγνεσθαι, καταπίνει αμάσητες τις καμήλες ενώ γίνεται επιθετικός μπροστά στο κουνούπι. Στον ελεύθερο χρόνο του θάβει, γι’ αυτό κυκλοφορεί με φτυάρια και αξίνες. Γελάει δυνατά όταν γκρεμίζει, ποτέ δεν μαζεύει τα συντρίμμια κι ύστερα βρίζει τους περαστικούς για έλλειψη καθαριότητας. Δείχνει συνήθως με το δάχτυλο, σωπαίνει μόνο όταν κοιμάται και στήνει συρματόπλεγμα αδιαφορίας, αγκαθωτό. Αγαπημένη του αντωνυμία το «Εγώ» κι αγαπημένη του φράση το «Δεν με νοιάζει». Γλάστρες με γεράνια δεν έχει, γι’ αυτό όταν φεύγει δεν έχει πού ν’ αφήσει το κλειδί. Ας ξέρει πως αυτό δεν είναι σαν όλα τα κλειδιά κι ότι μονάχα αυτό ξεκλειδώνει ανθρώπινα καταφύγια. Ασύνορα. Εκεί που ο κόσμος αναπνέει χωρίς να πνίγεται κι η ελευθερία δεν είναι χάπι που το παίρνεις με συνταγές. Εκεί που η χαρά του διπλανού γίνεται μνήμη αρχέτυπη και κοκκινίζει μάγουλα σαν γεράνια. Γι’ αυτό κι ο καινούριος άνθρωπος δεν αναγνωρίζεται πια. Είναι ξένος. Ένα ξένο σύμπαν. Με αφόρητη ξηρασία, έλλειψη δροσιάς και χιλιάδες κάκτους. Ακόμα κι η χειραψία μαζί του αφήνει στο χέρι στίγματα από αγκάθια. Κι ατσάλινα, κοφτερά απομεινάρια από συρματόπλεγμα. Ξένα κι αυτά πάνω σε κάθε ανθρώπινη κι αυθεντική ταυτότητα.

Γιώτα Καραγιάννη

Σάββατο 15 Ιουνίου 2019

Χρώματα



Έκλεισα τα παράθυρα και τράβηξα τις κουρτίνες. Τα θρανία ήταν άδεια. Προσπαθούσα να δω ποιος καθόταν πού, σε ποια σειρά και με ποιον διπλανό. Ήθελα να κρατήσω σταθερές τις εικόνες. Να τις αποθηκεύσω. Προτού σκορπίσουν σαν σελίδες βιβλίου στον διάδρομο. Τα γέλια, τη ζωηράδα τους και τις σιωπές τους. Ήθελα να ανακαλύψω ένα ένα σαν πολύχρωμα βότσαλα, όλα αυτά που κατάφεραν κι ήταν πολλά. Κοίταξα τους τοίχους κι οι ζωγραφιές του Ηρακλή έλειπαν, μα κάθε παιδί είχε πάρει μαζί του κι από έναν άθλο. Απλό, αθόρυβο και καθημερινό. Να δυναμώσει τα γράμματα, τη διαίρεση, τη φωνή στο 'ντιρλαντά', τα λόγια στο θεατρικό, την αγάπη. Κοίταξα ύστερα ψηλά κι έψαξα τα χαμόγελα των παιδιών του κόσμου. Έλειπαν κι αυτά. Κάτι πινέζες μόνο κρατούσαν ακόμα το χρώμα τους. Κι όταν έσβησα τα φώτα της αίθουσας κι ήρθε η ώρα να φύγω, είδα χαμόγελα ν' αναβοσβήνουν εκεί στο μέρος της καρδιάς. Κόκκινο, κίτρινο και πράσινο. Σαν πινεζούλες χρωματιστές. Κι όταν έκλεισα την κόκκινη πόρτα σιγά, έμεινα μόνη μ' εκείνο το μήνυμα που διάβασα σ' ένα μικρό ορθογώνιο ξύλο δίπλα στο δέντρο της ζωής: 'Πίσω από κάθε παιδί που πιστεύει στο εαυτό του, υπάρχει μια δασκάλα ή ένας δάσκαλος που πιστεύει πρώτα σε αυτό'. Και βρήκε μια θέση μέσα μου όλη την ώρα των ευχών. Σαν φυλαχτό. Μαζί με τη διάχυτη απορία την ώρα που έφτανα στην εξώπορτα: 'Άραγε σήμερα στους τωρινούς καιρούς, πόσο μεγάλη και ισχυρή είναι η πίστη μας στους ανθρώπους;' Δεν πρόλαβα ν' απαντήσω. Ένας μικρός κουνούσε ήδη το χέρι του από μακριά και χαιρετούσε το καλοκαίρι του. Και τη δική του παιδική θάλασσα.

Γιώτα Καραγιάννη 
14/6/2019

Τρίτη 23 Απριλίου 2019

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου



Παγκόσμια ημέρα βιβλίου σήμερα, πολλά άσχημα συμβαίνουν στον κόσμο, αλλά εμείς επιμένουμε ακόμα στο όνειρο!!! Και στη χαρά όλων των παιδιών!!!


Γιώτα Καραγιάννη
23/4/2019

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Μεγάλη Εβδομάδα



Τρέχαμε στους αγρούς να μαζέψουμε λουλούδια για τον Επιτάφιο. Αρχίζαμε το στόλισμα και νιώθαμε πως είχαμε γίνει μεγάλοι ξαφνικά. Μεγάλη η ευθύνη μα και τα βλέμματα των Αγίων διαπεραστικά. Γυναίκες μαυροντυμένες έψαχναν τους δικούς τους νεκρούς κι οι πασχαλιές έγερναν βαριές απ' το δέος. Ω, γλυκύ μου έαρ κι η δύναμη των ψαλτών κορύφωνε το Πάθος. Η γιαγιά φορούσε μαύρα και το μαντίλι στο κεφάλι ήταν δεμένο σταυρωτά. Όλη μέρα η καμπάνα χτυπούσε θρηνητικά και νόμιζα πως κάθε χτύπος της ίσως και να 'φερνε πιο κοντά την Ανάσταση. Το σπίτι στο χωριό ασβεστωμένο από μέρες, ακόμα κι ο φούρνος με το στρογγυλό σώμα στην άκρη της αυλής. Τα λουλούδια αιτία μοσχοβολιάς αλλά και διαμάχης με τη γιαγιά. 'Μην τα κόβεις Γιώτα μ'!' έλεγε και ξανάλεγε κι αναστέναζε βαθιά, σαν να της θύμιζα άθελά μου κάποια δική της απώλεια. Όταν ξημέρωνε Μ. Σάββατο πηγαίναμε να κοινωνήσουμε φορώντας τα ρούχα της νονάς. Είχε έρθει η ώρα για τα κόκκινα λουστρίνια και το παιχνίδι με τα άλλα παιδιά στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Ο παππούς άρχιζε τις ετοιμασίες για το ψήσιμο της Κυριακής και πηγαινοερχόταν σιωπηλά. Χαράματα ξυπνούσε κι όταν ερχόταν η ώρα να μαζευτούμε όλοι οι συγγενείς γύρω του για τη Λαμπρή, μου χάιδευε απαλά το κεφάλι και μου χάριζε απλόχερα το πρώτο ψημένο μεζεδάκι. 'Χριστός Ανέστη, παππού!' κι έπιανε εκείνος το χορό στο άκουσμα της 'Ιτιάς'. Ιτιά ίδια κι ο παππούς μου. Χαμήλωνε τα φύλλα του κι αγκάλιαζε τον κόσμο όλο. Κι όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, αυτές οι εικόνες είναι τόσο δυνατές, σαν να τις έζησα χθες. Και με βοηθούν να καταλάβω πως τη λύπη της Μεγάλης Εβδομάδας τη νιώθουμε όλοι μας βαθιά στην ψυχή. Αρκεί να έχουμε τους ανθρώπους μέσα μας.


Γιώτα Καραγιάννη
21/4/2019

Σάββατο 20 Απριλίου 2019

Λαζαρίνα



'Θα σταματήσω να σερβίρω στο καφέ! Βρήκα δουλειά σ' αυτό που σπούδασα!' είπε το ξανθό κορίτσι και με κοίταξε στα μάτια. Ίσιωσε τα γυαλιά αλλά και τη φωνή της, που έτρεμε απ' τη συγκίνηση. Αγκαλιαστήκαμε λες κι ήταν μέρα Ανάστασης. Εξαφανίστηκε για δυο λεπτά κι ύστερα ακούμπησε στον πάγκο μια πορτοκαλόπιτα. 'Εσύ την έφτιαξες;' τη ρώτησα διώχνοντας με την παλάμη μου την υγρασία των ματιών. 'Ναι! Κέρασμα δικό μου, για το καλό!' είπε και σαν να γέμισαν τα χέρια της άνθη πορτοκαλιάς. Έφαγα το μελωμένο γλυκό κι άφησα πίσω μου τη νέα 'Λαζαρίνα' να συνεχίσει να μοιράζει λουλούδια χαράς. Είχε μάθει καλά τι σημαίνει 'Δεύρο έξω'. Ήταν ολόφωτη και γελαστή. Πίσω της κι άλλοι περίμεναν μια τέτοια στιγμή. Τη γήινη συνάντηση με το φως. Αυτό που αγκαλιάζει την άνοιξη και διώχνει μακριά τις πίκρες και τα ατελείωτα βάσανα των ανθρώπων.


Γιώτα Καραγιάννη
20/4/2019

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Φαταουλάν, ο ονειροκλέφτης




Μια φορά κι έναν καιρό στην Κινητοχώρα, ζούσαν αρμονικά άνθρωποι και κινητά. Όλα κυλούσαν ήρεμα, μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε ο Φαταουλάν κι όλα τα παιδιά στη χώρα αυτή άλλαξαν χρώμα. Ο Άλκης μόνο μπορούσε να τα σώσει, επειδή μόνο αυτός πίστεψε πολύ στο όνειρό του.
Ένα παραμύθι  που γράψαμε μαζί με Γιώτα Ζώη και Ακριβή Καλδίρη.
Εικονογράφηση:  Γιώργος Πετρίδης
Εκδόσεις: Μιχάλη Σιδέρη





Γιώτα Καραγιάννη
8/4/2019

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

Χειμώνες



Ο δρόμος ήταν μελαγχολικός. Ένας αέρας δυνατός τίναζε το πάπλωμα απ' τα ξερά φύλλα του χειμώνα. Περαστικοί με σκυμμένο κεφάλι μπαινόβγαιναν σε μαγαζιά της γειτονιάς. Ένα καπέλο πέταξε δίπλα μου κι ο γκριζομάλλης κύριος άπλωσε τα χέρια του για να το πιάσει. Βγήκε από μέσα του ένα 'αχ' που πήρε αμέσως, σε δευτερόλεπτα, σχήμα και μορφή.
''Ετσι όπως μας κάνανε κυρία μου, τι να περιμένει κανείς!'
'Το λεωφορείο;' ήθελα να πω, μα για ένα περίεργο λόγο δεν μίλησα. 'Μακάρι να ήταν στα πράγματα ο Παπαδόπουλος!Να δεις πού θα κρύβονταν όλοι αυτοί!' συνέχισε με κοφτερή φωνή.Το 'αυτοί' ξαφνικά έγινε μια αντωνυμία τόσο απρόσωπη, σαν το καπέλο που σκέπαζε τη μορφή του αγανακτισμένου.'Μετά λέμε για τον Χίτλερ!Ότι δεν ήταν καλός άνθρωπος!Μια χαρά ήταν ο Χίτλερ!' είπε, ενώ τα μάτια του έβγαζαν μικρές, ατίθασες σπιθούλες. Κοίταξα πιο προσεκτικά. Έψαχνα για ανθρώπινη μορφή. Κάτω απ' το γκρι καπέλο. Το παραλήρημα όμως είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά. Και μουντζούρωνε και την ψυχή μου. Γιατί τ' ακούω αυτά όλο και πιο συχνά. Παντού. Έμεινα σαν ένα κομμάτι μάρμαρο να κοιτάζω τα φύλλα, τους περαστικούς και τα άδεια μαγαζιά. Όλα ήταν γνώριμα. Τα είχα ξαναδεί, τα είχα ζήσει. Εκτός απ' τον μονόλογο του παραλόγου. Ήρθαν στο νου μου στρατόπεδα και φυλακές. Χωρίς φύλλα. Μόνο με ανθρώπους που τινάζονταν στο άπειρο. Σαν τόξα. Χωρίς καπέλα. Ούτε μιλιά. Μόνο με την ελπίδα πως ο άνθρωπος θα σπάσει το συρματόπλεγμα του μυαλού του μια μέρα και θα καταλάβει πως οι χειμώνες δεν βρίσκονται πάνω στα δέντρα πια.


Γιώτα Καραγιάννη

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Black Friday


Τώρα για να πω τη black αλήθεια, στο χωριό μου Βlack Friday δεν είχαμε.
Ένα μικρό μαγαζάκι είχαμε μόνο σαν παντοπωλείο, που μ' έστελνε η γιαγιά ν' αγοράσω πράγματα. Φεύγοντας, είχα για κέρασμα κι ένα καραμελάκι - τη λιχουδιά της ημέρας- που έτρωγα κάτω απ' τον πλάτανο. Και στο σπίτι που μέναμε στη μεγάλη ανηφόρα, είχαμε ένα παντοπωλείο που μύριζε λακέρδα και σαρδέλα παστή μέχρι το δρόμο. Πήγαινα κι εκεί να ψωνίσω, λέγαμε τις απαραίτητες καλημέρες, μάθαινα τα νέα της γειτονιάς κι όταν έπεσε η μάνα μου θυμάμαι και χτύπησε το κεφάλι της, έτρεξαν όλοι για βοήθεια, ακόμα κι ο γελαστός παντοπώλης. Κι όταν ύστερα από πολλά χρόνια πήγα ένα καλοκαίρι στην Ικαρία, μπήκα στο μάρκετ να πάρω τυρί κι ο ιδιοκτήτης μου είπε: 'Έχε το νου σου για λίγο, δεν θ΄αργήσω!'. Kι ύστερα έφυγε.
'Τι παράξενο!' σκέφτηκα, μέχρι που μπήκε μέσα μια νεαρή γυναίκα. Το γέλιο της κι η ηρεμία που είχε πάνω της έδιωξαν απαλά κάθε σκέψη μου. Είπαμε ιστορίες, γελάσαμε και ειδωθήκαμε ξανά το απόγευμα, κουνώντας τα χέρια στην παραλία. Από Black Friday λοιπόν δεν έχω καθόλου εικόνες. Δεν έχω άρωμα, ούτε αναμνήσεις. Και μπορεί να φαίνομαι λιγάκι οπισθοδρομική επειδή δεν αγαπώ τα σπρωξίδια και τις φωνές, αλλά τα χρόνια μου έμαθαν πως οι άνθρωποι που γνωρίσαμε κι όλα όσα κάνουμε σ' αυτή τη ζωή, είναι λεπτές αποχρώσεις κι αρώματα. Ακόμα κι όταν οι άνθρωποι που αγαπήσαμε λείπουν. Ακόμα κι αν δεν μπορώ να ξετυλίγω καραμελάκια κάτω απ' τον ίδιο πλάτανο.

Γιώτα Καραγιάννη

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

Αποταμίευση


Είναι κι αυτή η μέρα αποταμίευσης που με ταράζει λιγάκι. Θυμάμαι είχαμε ένα στρογγυλό κουμπαρά και ρίχναμε εκεί μέσα δραχμές. Κάθε Χριστούγεννα τον σπάγαμε κι αγόραζα τότε τα αγαπημένα μου κόκκινα λουστρίνια ή εκείνη την κούκλα της βιτρίνας με τις μπούκλες και τις γυριστές βλεφαρίδες. Μετά μαζεύαμε δραχμές σ' ένα ξύλινο κουτί με σχέδια χρωματιστά πάνω, σαν φτερά παγωνιού ένα πράμα. 'Πάντα να 'χεις κουμπαρά!' μου 'λεγε η μάνα. Κι όλο μάζευα. Ό,τι μπορούσα. Κι οι παροιμίες όλο χόρευαν στο μυαλό μου κυκλωτικό χορό. Σταλαγματιά σταλαγματιά γεμίζει η στάμνα η βαθιά. Μάζευε κι ας είν' και ρώγες. Ή το επικό, φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι. Έτσι χαίρονταν κι άνοιγαν διάπλατα τα φτερά του παγωνιού στο κουτί. Την πρώτη εγκυκλοπαίδεια θυμάμαι με δόσεις την πήραμε. Και με κουμπαρά. Αυτός ο 'από μηχανής θεός' είχε γεμίσει τη βιβλιοθήκη μας ξαφνικά με κόκκινα, αριστοκρατικά βιβλία. Κι όλο ανυπομονούσα να τη δω μια μέρα να ασφυκτιά. Να μην υπάρχει στο ενδιάμεσο ούτε μια χαραμάδα. Να μη χωράει η σκόνη. Πέρασαν τα χρόνια κι ένας κουμπαράς τεράστιος, ριγέ, σε σχήμα γουρουνιού με μεταλλική ουρά, έγινε θρύψαλα μια μέρα. Καταλάθος. Μια μέρα μνημονιακή σαν πολλές άλλες. Άχρηστος ήταν, έτσι κι αλλιώς. Μα τώρα που ήρθε πάλι η παγκόσμια γιορτή, μου λείπει πολύ. Όχι για να βάλω μέσα ευρώ, αλλά συναισθήματα. Μια αλλιώτικη αποταμίευση, πολύ ιδιαίτερη κι επιτακτική των καιρών. Γιατί είναι προτιμότερο να πονέσω σκέφτομαι, παρά να μην νιώθω καθόλου. Και γιατί τα συναισθήματα είναι τα πιο απαραίτητα και τα πιο πολύτιμα. Για να μπορεί μ' αυτόν τον τρόπο να ντύνει η κάθε εποχή τη γύμνια της. Και για το πλεόνασμα της ψυχής. Κάθε φορά που η ίδια ατενίζει τον μελλοντικό της εαυτό.


Γιώτα Καραγιάννη
31/10/2018

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Αρμάθες




Η λέξη 'γιούρτ' μου θύμιζε πάντα γιαούρτι. Κι εκείνη η προφορά της γιαγιάς ακόμα μες στο μυαλό μου είναι. Μ' άρεσε όμως να πηγαίνω σ' εκείνη την άπλα. Πίσω απ' το σπίτι στο χωριό. Να βλέπω πέρα μέχρι το Σκαλόχωμα, μέχρι να πάμε για φρέσκια ρίγανη. Ή να κρύβομαι όποτε η μάνα με κυνηγούσε να φάω. Κι όταν ερχόταν η ώρα της 'αρμάθας' ένιωθα πολύ σπουδαία. Καθόμασταν όλοι γύρω απ' τον πλάτανο, θείοι, θείες, ξαδέρφια, παιδιά να δεις, και βελονιάζαμε τα φύλλα του καπνού. Μαύρα τα χέρια ολονών, κατράμι. Κι εκείνα τα φύλλα, σαν θεόρατα μαρουλόφυλλα ήταν. Η γιαγιά τα ξετσίμπλιαζε πρώτα και μετά τα περνούσε στο σκοινί. 'Να έτσι!' μου έλεγε και νόμιζα τότε πως όλη μου τη ζωή θα την περνούσα κάτω από ένα πλάτανο. Ν' αρμαθιάζω.Τα κρέμαγε ύστερα ο παππούς μου στις λιάστρες. Πήγαινε κοντά, τα κοιτούσε, τα πρόσεχε, νομίζω τα χάιδευε κιόλας -άμα δεν κοιτούσε κανείς- κι ώρες ώρες γυρνούσε το βλέμμα του στον ουρανό. Πώς μυριζόταν τη βροχή, ούτε που ξέρω. Έπιανε ένα μεγάλο νάυλον με τη γιαγιά και σκέπαζε τα πολύτιμα φυλλαράκια. Και το βελόνιασμα μιας ολόκληρης ζωής. Με τις πίκρες, τις χαρές, τους συγγενείς από την Αμαλώτα, τα εγγόνια, το γιούρτ. Να προσέχουν να μη βραχεί. Οι δυο τους. 'Να έτσι!' σαν να ακούω τη γιαγιά να λέει στα όνειρά μου. Ακόμα και τώρα.



Γιώτα Καραγιάννη
10/10/2018

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

ΠΑΡ(ΑΚΜΗ)





Η αλήθεια είναι ότι ξενερώνω πολύ με την παρακμή. Αυτή που γυρνάει την πλάτη σε όποιον έχει ανάγκη. Που στολίζεται και παρφουμαρίζεται κι ύστερα βγαίνει σινάμενη κουνάμενη να διδάξει ήθος στην πλατεία. Με τα μπικουτί στο κεφάλι και τις πέρλες ναφθαλίνης στο λαιμό. Που σκάβει λάκκους κι ύστερα ατάραχη πλένει τα χέρια της απ' το χώμα. Που μιλάει συνέχεια με την κτητική αντωνυμία ''μου''. Που για να λάμψει η ίδια πρέπει να ρίξει λάσπη σε άλλους. Που τραγουδάει συνέχεια το ''Ήταν ένα μικρό καράβι'' και γελάει σαρκαστικά με το στίχο ''να δούμε ποιος, ποιος θα φαγωθεί''. Που διαβάζει αχόρταγα πρωί βράδυ το εγχειρίδιο του καλού ατομιστή. Μόνη της σε μια ανθρώπινη λεωφόρο. Που λέει ψέματα ότι το διαβάζει και σου αραδιάζει απέξω παραγράφους σπουδαίων βιβλίων. Για το ξεκάρφωμα. Που τεντώνει το στόμα της για να 'ρθει στη θέση του χαμόγελου. Που δεν κάνει πιο κει μισό εκατοστό, για να χωρέσεις κι εσύ. Που θέλει όλο το χώρο δικό της. Που σβήνει με μπλάνκο το 'παρ' για να μοστράρεται ως ακμή. Σκέτη. Κι ύστερα ανάβει τα φώτα πορείας σαν τα τεράστια δόντια ενός γίγαντα που κέρδισε τη μάχη μ' ένα μικρό νάνο. Στο δάσος. Εκεί που πήγαμε όλοι με το μικρό καράβι, όταν τελειώσαν όλες οι τροφές. Για να φαγωθούμε μεταξύ μας.Με τα μπλάνκο στα χέρια. Και με την απορία του ηλίθιου στο βλέμμα ''Ο δρόμος αυτός για πού πάει, βρε παιδιά?''


21/9/2017
Γιώτα Καραγιάννη

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

Σταθμός



'Ετοιμάζουμε κάτι πολύ ωραίο και θέλουμε να συμμετέχεις!’ είπε η φωνή στο τηλέφωνο κι έμεινα ν' ακούω σαν χαμένη. Ιούλιος ήτανε, στην αρχή του κι η φωνή του Νίκου του συναδέλφου μου, δάσκαλου του χορού και γυμναστή δεν άφηνε κανένα περιθώριο για αντιρρήσεις. ‘Ελπίζω να μπορώ!’ είπα μόνο κι έτσι άρχισαν όλα. Κοινές συναντήσεις με τη γυναίκα του την Αρετή κι ύστερα με τον Αλέξανδρο τον σκηνοθέτη. Βραδιές ξεχωριστές στο φιλόξενο σπίτι τους με τις απίστευτες μαγειρικές της Αρετής, με άρωμα από τις παιδικές της μνήμες, με το τζιτζίκι να διακόπτει απότομα τις σκέψεις μας στη βεράντα και τη δροσιά από παγωτίνια του καλοκαιριού. Μας έβρισκε το χάραμα, φεύγαμε κουρασμένοι αλλά γεμάτοι ενέργεια, σαν έτοιμοι από καιρό να συνεχίσουμε ως το άλλο πρωί. Κάθε φορά γύριζα σπίτι μαγεμένη από τα όνειρά τους, τα έβλεπα εμπρός μου να αποκτούν ένα οικείο σχήμα και δομή και να φωτίζονται από χρώματα μιας ανεξίτηλης ζωής. Σαν τα παλιά κεντίδια από αργαλειό. Στο δρόμο για το σπίτι έψαχνα πάντα να βρω το λόγο που είμαι χαρούμενη για την παράσταση ‘Σταθμός’. Μέχρι τη στιγμή που κατάλαβα πως όταν οι άνθρωποι σε καλούν να πας ταξίδι μαζί τους, πάντα χαίρεσαι. Κι όταν αυτό το ταξίδι το κάνεις με την ψυχή, η χαρά είναι διπλή. Γιατί στην εποχή που ζούμε, θέλουν μερικοί να πιστέψουμε πως όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί. Δεν είναι αλήθεια. Ο Νίκος, η Αρετή, ο Αλέξανδρος και κάμποσοι άλλοι άνθρωποι που ξέρω, έχουν το εισιτήριο για τη μεγάλη διαδρομή. Για τόπους που ζουν μέσα μας, φιλόξενοι κι αληθινοί. Για την κοινή μας μνήμη. Και για τα βράδια που όταν γίνονται ανάμνηση συλλογική, ξέρουν να μας κρατάνε στα δύσκολα.



Γιώτα Καραγιάννη
22/9/2018

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

Φθινόπωρο το πρώτο


Πρώτο φθινόπωρο που έχω χρόνο. Τέλειωσαν εκείνα τ' ατέλειωτα τριήμερα με τα κεφάλαια ιστορίας που θέλουν να πουν και την τελεία απέξω, τέλειωσε εκείνη η αγωνία της προετοιμασίας για τη μάχη των εξετάσεων. 'Έφαγες παιδάκι μου?' 'Πέσε κοιμήσου, είναι αργά'. Τέλειωσαν εκείνα τα 'άσε με' και τα 'ξύπνα με νωρίς αύριο, έχω μάθημα'. Κι εκείνη η προσπάθεια να τρέχουμε κατοστάρι πίσω απ' το πρόγραμμα που ζητούσε δείκτες ρολογιού, ρυθμούς πειθαρχίας κι ασκήσεις ετοιμότητας. Μες στο κρύο. Ξαφνικά όλα άλλαξαν. Σαν να γράφαμε από καιρό ένα ποίημα για το φθινόπωρο και τέλειωσε με άνοιξη. Με τις ρυτίδες να χαμογελάνε στο μέτωπο και το φως ν' απλώνεται γύρω, χωρίς σκιά. Με την καταλυτική δύναμη της κουβέντας 'Άντε παιδάκι μου να δώσεις, να κάνουμε και τίποτ' άλλο σ' αυτή τη ζωή!' και με τη ζωγραφιά του δικού της χαμόγελου στην πόρτα, τη μέρα που βγήκαν τ' αποτελέσματα. Δυο χρόνια ονειρευόμουν αυτή τη ζωγραφιά. Για κείνη. Για να 'χει την ευκαιρία να βρεθεί με άλλους ανθρώπους. Να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί. Να βρει τον δικό της τρόπο. Να συνυπάρχουν τα όνειρα με την πραγματική ζωή. Και να μπορώ με τη σειρά μου να σχεδιάζω καλοκαίρια. Στο χαρτί. Κι όλα αυτά που πέρασαν στο χθες, όποτε αρχίζουν να μου λείπουν, να γίνονται ένα χαμόγελο ζωγραφιστό. Στην πόρτα. Επειδή τώρα έχω το χρόνο. Ας μπήκε κιόλας φθινόπωρο. Το πρώτο.



Γιώτα Καραγιάννη
3/9/2018

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Αύγουστος


Ο Αύγουστος ήταν πάντα εκεί. Να μου θυμίζει τη σιωπή που μιλάει, τις επιγραφές 'Κλειστόν' και τους άδειους δρόμους. Να ψιθυρίζει στίχους του Παπάζογλου, να περιμένει το καράβι στα λιμάνια χαράματα και να μετρά φωτάκια τις νύχτες. Να κουβαλά εικόνες βουτηγμένες στο μπλε κι ανθρώπους πολύχρωμους. Με παγωτό καιμάκι στο χέρι. Και με τη βεβαιότητα πως όλα είναι ταξίδι. Για να γνωρίσουμε, να μοιραστούμε, μετά να θυμηθούμε κι ύστερα να κατέβουμε ανάλαφροι τα σκαλιά του Αυγούστου. Γελώντας και παίζοντας. Κάθε μέρα κι από μια ανάσα βαθιά. Για τα κρύα του χειμώνα. Λες κι ο Αύγουστος στεκόταν πάντα στο χολ. Μόνο που φέτος καμιά υποδοχή. Οι μέρες κυλάνε αργά, νωχελικά κι έχω να μάθω κάμποσα για έναν καινούριο Αύγουστο.Έναν μονόχρωμο διαχειριστή του πόνου. Για ανθρώπους που έφυγαν πρόωρα, χωρίς καράβι, αλύτρωτες ψυχές. Και για άλλους που σφράγισαν τις κουβέντες τους στη γη με το παράπονο. Για τη ζωή που δεν έζησαν. Για κείνους που ψάχνουν ένα μέτρο ξενοιασιάς στην αμμουδιά, ξένοι σε ξένη θάλασσα που θα γεννήσει κι άλλη θάλασσα. Για κείνους που δεν μπόρεσαν -κι ας προσπάθησαν- να βρουν ένα ασφαλές καταφύγιο. Ή έναν Αύγουστο κανονικό. Με την ψυχή ανοιχτή και με την αίσθηση πως όπου κι αν ταξιδέψουμε, όπου κι αν ρίξουμε άγκυρες, θα βρεθούμε ξανά, ίδιοι. Άνθρωποι ασύνοροι με αλήθειες προσωπικές, χωνάκι παγωτό στο χέρι κι εκείνη την ανάλαφρη σιωπή που μιλάει.


Γιώτα Καραγιάννη

Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

Νομοτέλεια



Οι ναυτικοί λένε πως άμα δουν κορμοράνους, τότε η στεριά είναι πολύ κοντά. Έτσι κι εμείς. Μετά από τόσα χρόνια στη θάλασσα τη μνημονιακή, φτάσαμε επιτέλους σε αραξοβόλι. Έβαλα τα καλά μου, τις πέρλες στ' αυτιά, εκείνη τη ροζ μπλούζα που βρήκα σε τιμή ευκαιρίας κι άναψα όλα τα φώτα στο σαλόνι. Τσιγκουνιές θα κάνουμε τώρα? Ήρθαν κι οι γείτονες, που όλο το καλοκαίρι τους κατάπιε αμάσητους το μπαλκόνι τους, μ' ένα καινούριο χαμόγελο σαν διαφήμιση οδοντόκρεμας, για να γιορτάσουν μαζί μας. Η στεριά είναι κοντά, το είπαν στις ειδήσεις. Μην κοιτάς που οχτώ χρόνια τώρα, κάναμε οκτώ φορές την απόσταση Γης - Σελήνης μετ' επιστροφής. Να τρώμε και να κοιμόμαστε εν πτήση.Σαν τα πετροχελίδονα. Πάνε αυτά. Τελειώσανε. Αγγίζουμε το έδαφος πια - ό,τι απέμεινε δηλαδή- και φτιάχνουμε τσαγάκι ζεστό. Να ζεσταθεί η ψυχή μας. Χωρίς πλανάρισμα στον ουρανό. Νισάφι. Όλα τα δώσαμε. Δεν έμεινε και τίποτα. Τι να μας πάρουν πια? Τα σπουργίτια άλλωστε δεν έχουν τσέπες. Όσο για τους κορμοράνους μας κάνουν σινιάλο αρχέγονο, σαν συνεννόηση μυστική. Να συναντήσουμε εκείνη την άλλη τη στεριά. Εκεί που βλέπουμε πρώτα τον διπλανό. Και μετά στεγνώνουμε τα ρούχα στον ήλιο. Τα δικά του. Κι ύστερα θυμόμαστε αυτά που μας σημάδεψαν, τα μοιραζόμαστε σαν προζυμένιο ψωμί και λυτρωνόμαστε με την απλότητα που έχουν τα κύματα, κάθε φορά που σκάνε στην ακτή. Πουλιά, άνθρωποι και θάλασσα σε μια νομοτέλεια των αιθέρων. Κοινοτική.


Γιώτα Καραγιάννη
21/8/2018

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

Τύχη



Η πλατεία ήταν άδεια. Οι θαμώνες λιγοστοί.Ένα σπουργιτάκι πετούσε αγχωμένο ανάμεσα στα τραπέζια για αναζήτηση τροφής. Δυο ηλικιωμένοι απολάμβαναν τον πρωινό καφέ τους.Κάτι παιδιά στριφογύριζαν μια μπάλα στα πόδια τους κι εύχονταν να μην τελειώσει το παιχνίδι ποτέ. Ένας λαχειοπώλης πλησίασε τους ηλικιωμένους και πρότεινε το δελεαστικό του εμπόρευμα. Αυτό της τύχης. Είχε κι ένα διαπεραστικό βλέμμα που προσκαλούσε ν' αγοράσουν. Το σπουργιτάκι κάθισε δίπλα τους. Οι δυο συνταξιούχοι, αστειευόμενοι, έσπρωξαν απαλά τα ποτήρια τους στο τραπέζι κι άρχισαν την αναζήτηση. Του τυχερού αριθμού. Σκυμμένοι πάνω από ένα λαχείο ξυστό. Πείραζαν ο ένας τον άλλον και μοίραζαν καλημέρες στους περαστικούς. Ο τυχερός αριθμός δεν βρέθηκε, μα είχαν κερδίσει το γέλιο,που ανήκε και στους δυο.Το σπουργιτάκι βρήκε επιτέλους τα ψίχουλα που γύρευε και τα παιδιά συνέχισαν να χαίρονται το παιχνίδι τους. Η μπάλα τους περιχαρής έβρισκε δρόμο για το τέρμα.Όλοι σ' αυτή την πλατεία έψαχναν το δικό τους μερίδιο στην τύχη. Κι εγώ που παρακολουθούσα αθόρυβα τη σκηνή, ένιωσα με τη σειρά μου πολύ τυχερή. Επειδή μπορώ να γράφω τώρα αυτές τις γραμμές.


Γιώτα Καραγιάννη

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018

Σπιτάκι




Ένα μικρό σπιτάκι κι η θάλασσα. Άσπρο, με κάτι μεγάλα παράθυρα που ανοιγόκλειναν στο μπλε. Μέσα μια επίπλωση λιτή. Ένα διπλό ξύλινο κρεβάτι με ανοιχτόχρωμο ξύλο κι ένα δεύτερο μονό στο χωλ. Τα πορτοκαλένια στρωσίδια τους θύμιζαν ηλιοβασίλεμα κι οι πετσέτες με το ξεφτισμένο μπεζ, τα χρόνια που πέρασαν. Σαν τις παλιές φωτογραφίες που ξεθώριασαν. Μια κουζινούλα με λευκό νεροχύτη και μια βρύση που έσταζε πού και πού, έδιναν το δικό τους σύνθημα στο χρόνο. Να ξεκινήσει. Ένα ξύλινο τραπεζάκι πάνω στην άμμο, ήταν η αυλή του σπιτιού. Με τραπεζομάντιλο σε χοντρό καρό και με το ένα πόδι πιο κοντό, που βούλιαζε συχνά στο ξανθό πάτωμα. Δίπλα ακριβώς, εκεί που τέλειωνε ο τοίχος του σπιτιού, ήταν παραταγμένα κρινάκια της θάλασσας. Με στόματα σαν χωνιά, πότε κοιτούσαν το πέλαγο και πότε πλησίαζαν κοντά το ένα στο άλλο. Ν' αφουγκραστούν τον ψίθυρο των ανθρώπων. Ή το πρωινό ξύπνημα που ήθελε μόνο πέντ' έξι βήματα για μια βουτιά στη δροσιά. Ένα ολόγιομο φεγγάρι, αυγουστιάτικο, είχε σημαδέψει με γέλια αυτό το σπιτάκι. Κι όταν ξαναπήγα μετά από χρόνια να το βρω, τα κρινάκια είχαν ξεραθεί και το λευκό στους τοίχους είχε εξαφανιστεί. Όλα είχαν βαφτεί με το χρώμα της εγκατάλειψης κι εμένα μ' έπιασε τότε μια αλλόκοτη βιασύνη να φύγω. Ίσως γιατί ήξερα καλά, πως θα το κουβαλώ για πάντα μέσα μου. Έτσι όπως κουβαλάμε οι άνθρωποι τα ανεξήγητα του κόσμου.


Γιώτα Καραγιάννη
18/7/2018